Monday, April 21, 2014

κλωστές μπλε και άσπρες





Κλωστές μπλε και άσπρες περασμένες σε μπλε εταμίν,  πάνω κάτω και σταυρωτά,  σε ένα σχέδιο μάλλον αφηρημένο που όσο το κοιτούσα μου έμοιαζε με βελανίδια στη σειρά,  σα παιδάκια στο προαύλιο ενός σχολείου,  λίγο μετά την πρωινή προσευχή και λίγο πριν το μπάσιμο στην τάξη.
Από αυτό,  είχα βγάλει το συμπέρασμα ότι στη θεία άρεσε το μπλε, οι καρποί της φύσης και η τάξη.
Λίγο πιο δίπλα καπνός από τσιγάρο,  σταχτοδοχείο,  αναπτήρας κι ένα πρόσωπο μεγάλο και κατακόκκινο.  Ο ''πασάς''!  Το σώμα,  σχεδόν πάντα όταν το έβλεπα εγώ,  κι από το ύψος που το έβλεπα,  ήταν σε θέση ξεκούρασης,  σαν λίγο πριν να είχε παραδώσει ψυχή..  μυστικά..  τόσο όσο να φαντασιώνομαι νύχτες με ''κάτι''  που όμως λόγω ηλικίας δεν μπορούσα να προσδιορίσω..  όπως δεν μπορούσα να προσδιορίσω ούτε εκείνη τη ζουμερή μυρωδιά από τον ιδρώτα και τις διάφορες άλλες εκρίσεις του σώματος..  Η θεία πηγαινοερχόταν δωμάτιο / κουζίνα με ένα φλυτζάνι ελληνικό καφέ και τα δυο πλατιά / στενά / σφιγμένα χείλη του ''πασά'' ρουφούσαν καπνό και καφέ ισόποσα.
Σε όλο το σπίτι,  υπήρχε μια υπερβολή,  φτηνή,  όπως όταν θέλεις να φτιάξεις ένα σοκολατένιο γλυκό και χρησιμοποιείς την πιό φτηνή μαργαρίνη,  ή όπως όταν φυλάς τα μπισκότα γυμνά,  στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα λόγω έλλειψης χώρου.
Στον τοίχο,  ήταν πάντα ένα κάδρο μικρό,  με χρυσή κορνίζα και έντονα χρώματα που γυάλιζαν,  δυό νέες γυναίκες,  περπατούσαν σε μια πλατεία,  με όμορφα ρούχα και μαλλιά που ανέμιζαν στον αέρα,  το πιο πιθανό να ψώνιζαν ζαρζαβατικά από το μανάβικο δεξιά,  να χαιρετούσαν μια φίλη που θα συναντούσαν καθώς θα έστριβαν τον δρόμο αριστερά,  να χάζευαν τη θάλασσα και να συμφωνούσαν στο πόσο καλός ήταν ο καιρός παρ' όλο που μόλις έμπαινε η Άνοιξη καθώς θα μισόκλειναν τα μάτια απέναντι στον δυνατό ήλιο.
Στην πολυθρόνα υπήρχε πάντα ένας ''Θησαυρός'',  ένα ζευγάρι γυαλιά κι ένας στυλός για το παιχνίδι με τις ''διαφορές''.  Δίπλα,  μια σακούλα γεμάτη με εταμίνες και κλωστές DMC δεμένες πλεξούδες,  που την πηγαινόφερνε,  σπίτι / μπακάλικο για τα πρωινά που ακόμη δεν είχε πελάτες,  σε μια καρέκλα ξύλινη ανάμεσα σε κούτες μεταλλικές με μπισκότα Μιράντα και Πτι Μπερ,  κεντούσε αριστουργήματα λες κι ο χρόνος έπεφτε σταγόνα σταγόνα και βελονιά βελονιά και χρωματιστές κλωστές που τελείωναν σε άμορφους κόμπους στις ανάποδες των υφασμάτων.
Ρουφούσα εικόνες,  όπως ο ''πασάς''  τον καπνό και τον καφέ,  ρουφούσα αχόρταγα,  κι ας μην ήταν η αγαπημένη θεία,  κι ούτε είχα κάτι τέτοιο ποτέ,  τα πιο αγαπημένα μου πάντα ήταν όσα δεν είχα ακόμη καταφέρει κι όσα δεν είχα δει,  κι ίσως αυτό το τόσο πολύ κοντά και τόσο οικείο και το τόσο δεδομένο να ήταν αυτό που με τσάκιζε..  

1 comment:

  1. Όμορφα μας κέντησες και μας κέντρισες τη φαντασία!
    Χρόνια Πολλά με υγεία πάνω απ' όλα!
    ΑΦιλάκια με όλη μου την αγάπη! :)))

    ReplyDelete