Wednesday, January 28, 2009

''La Boheme''


Η όπερα “La Bohème” του G. Puccini από την Όπερα Θεσσαλονίκης, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Γιά περισσότερες πληροφορίες ρίξτε μιά ματιά εδώ

Sunday, January 25, 2009

λεκέδες στο πανί

Έτσι, καθώς
το φως
κι η σκιά
κυλούν το χάδι στην

ψ
υ
χ
ή

μ
ο
υ
!


Ένα Σάββατο λίγο πριν το δειλινό..

Saturday, January 24, 2009

φεγγάρι..


Φεγγάρι
μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
να βάλω μέσα τις γροθιές μου
να τις δαγκώνω
ως να ματώσουν.


Γ. Χολιαστός

Friday, January 23, 2009

tea or chocco-coffe time?

Ψαχουλεύω, το συρτάρι του κομοδίνου, εκείνο με τις αμέτρητες παγωμένες στιγμές σε τόνους
ασπρόμαυρους. Πρόσωπα πολύ πολύ αγαπημένα. Παρελθόντος χρόνου. Δαντελένιες ακμές γλυκαίνουν την αφή μου.
Ελάτε να τις δούμε παρέα. Να τις πιάσουμε μία μία και να θυμηθούμε την ιστορία της.
Μικρή, σε όλες τις φωτογραφίες ήμουν κλαμμένη. ''Δεν θέλω σας λέω''.
''Ντύσου παιδί μου να πάμε βόλτα''.. ''δεν θέλω''.. ''ντύσου και θα βγούμε και φωτογραφίες''..
έλα όμως που ή μαμάκα μου με ήθελε και με το παλτουδάκι μου, και το γιακαδάκι μου, και το σκουφάκι μου και τις φουντίτσες μου.. ''δε θέλωωω'' ούρλιαζα αλλά ποιός με άκουγε;
Έτσι, όταν ερχόταν η ώρα της φωτογράφισης, του έδινα να καταλάβει, σιγά μη τους της χάριζα. Όχι που θα περνούσε το δικό τους!!!

Γαλλικό πίνω σήμερα. Γαλλικό με λίγο γάλα.
Αλλά φτιάχνω και ωραίο καπουτσίνο, με κρέμα να ξεχειλίζει από το ποτήρι. Κανέλλα και τρίμματα σοκολάτας.
Ελληνικό μέτριο σπέσιαλ. Με ένα ''αχ'' και με δύο αν θέλετε να κρύβει μέσα του. Στον γλυκό θα τα χαλάσουμε. Δεν τα καταφέρνω.
Φραπεδάκι ή νες; Με σφιχτοδεμένο αφρό κτυπημένο με το κουτάλι;
Γιά γλυκά μόνο μη μου μιλάτε. Γιατί είναι μεγάλος πειρασμός και δε βρίσκομαι στην σωστή φάση.

Μιά Παρασκευή, βροχερή. Και με έναν αέρα που θα μας πάρει και θα μας σηκώσει.
Τσιγάρο άναψα μα δε το έφτασα στο τέλος. Έτσι είμαι εγώ. Ή όλα μαζί ή... Δυσκολεύομαι στα γκρί. Ίσως και γι αυτό να παλεύω τόσο με το τίποτα.
Ξαναδιαβάζω την ''πρόβα του νυφικού''.. παρωχημένα πράγματα θα μου πείτε. 1994, έτσι σημειώνω στην πρώτη σελίδα του βιβλίου.

Έπαιξα γιά χάρη της θαλασσινής ..
Όσοι θέλετε να παίξετε, απλά πιείτε καφέ μαζί μας όπως εσείς το αισθάνεστε.
Εγώ καλώ τους..
2loveme
naiada
aggelos
amo
εις επήκοον

Thursday, January 22, 2009

ανασκαφές

Ανασκαφές στον Ζυγό
Μάνος Χατζηδάκης
Όταν ένα περιστέρι πάει να χαλάσει τα καλοχτενισμένα μαλλιά σου, κοίταξε να το μεταπείσεις με το στόμα σου. Να το προσελκύσεις να σε φιλήσει. Το χειρότερο θα ‘ναι να το διώξεις με μιά νευρική κίνηση του χεριού σου. Γιατί τότε και τα μαλλιά σου θα ξεχτενιστούν και το περιστέρι ποτέ δεν πρόκειται να σ’ αγαπήσει.

Wednesday, January 21, 2009

πρωινή αίσθηση

Δεν είχε προγραμματίσει το ξυπνητήρι σήμερα. Όχι δεν ήταν Κυριακή, μιά καθημερινή με καθόλου πρωινές δουλειές, αυτό ήταν!
Ακόμη με κλειστά μάτια, συνειδητοποίησε τους κτύπους του ρολογιού. Τικ, τακ, τικ, τακ..
'Απλωσε το χέρι και χάιδεψε τα σεντόνια. Ρούφηξε την μυρωδιά της χθεσινής νύχτας. Τικ, τακ, ισσσ, τικ, τακ, ισσσ.. ακόμη ένας θόρυβος συντρόφευε τους δείκτες. Παράξενο.. είναι δυνατόν να βρέχει; Αγνούσε οποιαδήποτε μετεωρολογική πρόβλεψη.
Γύρισε από την πλευρά του παράθυρου, και ίσα που τρύπωσε το βλέμμα της ανάμεσα στις γρίλιες. Ενιάμιση και τούτη η γκριζάδα, αυτό προμήνυε.
Έμεινε εκεί, γιά τουλάχιστον μία ώρα ακόμη.
Ο μόνος λόγος που την έκανε να σηκωθεί, ήταν η λαχτάρα γιά ένα φλυτζάνι καφέ!

Monday, January 19, 2009

αντέχεις;

H μητέρα μου τον λάτρευε. Εγώ τον απεχθανόμουν.
Πολλές φορές έψαχνα να εξιχνιάσω μυστικά πίσω του. Τίποτα. Ο τοίχος παρέμενε σε ελαφρύ φυστικί. Χρώμα κι αίσθηση από παγωτό χωνάκι.
Έσπαγα με τα νύχια μου τον σοβά. Από κάτω ροζουλί κομμάτια που παρέπεμπαν σε υδρόγειο σφαίρα. Τρόμαζα.
Καθρέφτης ειναι ένα πράγμα που χρησιμεύει ως διακοσμητικό στους τοίχους.
Ενίοτε σε καταπίνει, αφήνοντας σου μόνο δυό βλέφαρα σαν πόρτες, να ταξιδεύουν στην απογοήτευση ή στην χαρά.

Και η επίγνωση;
Αντέχεις;

Saturday, January 17, 2009

μάντεψε

Τι είναι αυτό που με κάνει να αγαπώ ιδιαίτερα τα Σάββατα;
Ξέρω πως κάθε μέρα έχει την ομορφιά της, όμως αυτή η προτελευταία ημέρα της εβδομάδας, νομίζω πως χαίρει ιδιαίτερης προσωπικότητας.

Είναι όπως τους ανθρώπους, που κάποιους τους λατρεύεις ακριβώς γιά αυτή την μικρή λεπτομέρεια που τους κάνει διαφορετικούς.

Σε είδα στο όνειρο μου χθες βράδυ, ίσως να ήταν και σήμερα το πρωί.
Ενθουσιασμένη, σε φώναζα ''έλα να δεις'', ''έλα να δεις'', είχα ανακαλύψει ένα υπέροχο τοπίο, στην άλλη πλευρά του τόπου, στον οποίο υποτίθεται πως ζούσαμε.
Μα δε σ έβρισκα γιά να σου μεταδώσω την έκπληξη μου. Εντυπωσιάζομαι γιά την ρεαλιστικότητα των ονείρων μου που τείνουν να έρχονται όλο και πιό σπάνια.

Στο είπα;
Περίμενα πως το ''μεγάλωμα'' μου, θα ήταν πιό ήπιο, πιό γλυκό, ταισμένο με κουταλιές μελιού, και μαύρης ζάχαρης.
Μόνη δεν είμαι, ευτυχώς, και τα χαιδέμματα μου περισσεύουν, μα έρχονται στιγμές που φοβάμαι, φοβάμαι πολύ.
Και νοιώθω δύστροπη, το αντίθετο με ότι φαντάστηκα.
Όλο και πιό δύστροπη..
Όλο και πιό..

υ.γ. οι φωτογραφίες σήμερα, από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Κι όταν λέω από το κέντρο, το εννοώ. Ποιό κεντρικά δε γίνεται!!!
Όποιος/α μαντέψει από που, κερδίζει.. το τι θα το δούμε στην πορεία.. :)))))
Έτσι γιά να γελάσει λίγο το χειλάκι μας!!!



Friday, January 16, 2009

εισητήριο στην τσέπη σου

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης Μουσική: Παντελής Θαλασσινός Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός
Ήθελα να 'μαι η αφή στην άκρη των δακτύλων σου
ό,τι αγγίζεις να 'χει κάτι κι από μένα
να 'μαι τη νύχτα η φωνή χαμένων φίλων σου
που λεν τραγούδια παλιά κι αγαπημένα

Ήθελα να 'μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να 'μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

Ήθελα να 'μαι η σκιά στην άκρη των βλεφάρων σου
η μόνη λέξη στο παραμιλητό σου
να 'μαι η πρώτη ρουφηξιά απ' το τσιγάρο σου
κι η τελευταία η γουλιά απ' το ποτό σου

Θα 'θελα να 'μαι αστραπή που σβήνει μες στο βλέμμα σου
πάνω στο χέρι η τυχερή γραμμή σου
να 'μαι κρυμμένος πυρετός μέσα στο αίμα σου
για να ξυπνάω τις φωτιές μες στο κορμί σου

Wednesday, January 14, 2009

διαβάζοντας στη Χάννα

Οκτώβρης 2008 και κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο του Βernhard Schlink. Το διαβάζω σε λιγότερο από δυό εβδομάδες, ρεκόρ γιά μένα που παρακαλώ η ανάγνωση να στάζει με αργό ρυθμό μέσα μου.

Δεν ήξερα τίποτα γιά την υπόθεση του βιβλίου, και ήταν πρόκληση.
Συγκεκριμένα, συνεχείς προκλήσεις καθώς είναι γεμάτο με απρόβλεπτες καταστάσεις και ανατροπές.

Ερωτισμός, διαφορά ηλικιών πέρα από συμβατικότητες, μπάνια, υδρατμοί, αναγνώσεις, στην μεταπολεμική Γερμανία.
Η γνωστή ιστορία των Εβραίων ειδωμένη από μία τελείως διαφορετική οπτική γωνία.
Εάν σου ήταν παντελώς άγνωστη, θα μπορούσες να λατρέψεις, μετά να πονέσεις, να λυπηθείς, μέχρι και να κλάψεις γιά την πρωταγωνίστρια.

Είναι το παιχνίδι του συγγραφέα, είναι το ότι πρωτύτερα την συγχωρεί ο ίδιος. Ακόμη κι αν αλύπητα τις αποδίδει συνεχείς ενοχές. Γιά σκληρότητα, γιά ψυχρότητα, γιά φασιστική αντιμετώπιση, για.. για..

Η Χάννα, σε κάποια περίοδο της ζωής της εργάζεται σαν δεσμοφύλακας σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Απλά κάνει πάρα πολύ καλά την δουλειά της. Κι η δουλειά της είναι να διαλέγει αυτές που θα πεθάνουν την επόμενη μέρα. Δουλειά της είναι να μην ανοίξει τις πόρτες να φύγουν οι κρατούμενες ακόμη κι αν έχει ξεσπάσει φωτιά.
Δουλειά της είναι να μην αφαιθεί και σκεφτεί ανθρώπινα.
Να μην χαλαρώσει.
Να μην ξεφύγει από τα προκαθορισμένα όρια.



Γενάρη 2009 βλέπω την ταινία. ''Τhe reader'', ''Σφραγισμένα χείλη'' γιά τους έλληνες σινεφίλ.
Πρωταγωνιστές η Κέιτ Γουίνσλετ και ο Ρέιφ Φάινς.

Μου συμπληρώνει όμορφα την αρχική εικόνα του βιβλίου, με μία εκπληκτική ερμηνεία του ρόλου της Χάννα, ωραία παρουσίαση της εποχής κι εκπληκτική μουσική.
Ο Στίβεν Ντάλντρι έχει σκηνοθετήσει επίσης το ''Μπίλι Έλιοτ'' και τις ''Ώρες''.



Και καθώς σήμερα ξεφυλίζω ξανά το βιβλίο, βρίσκω γραμμένο στην τελευταία σελίδα, αυτό..

Αν και προσωπικό..
Και όχι δεν ήταν ούτε δανεικό, ούτε μεταχειρισμένο.. :)))))

Monday, January 12, 2009

''θα πάω, μα όχι γιά πολύ''!

Είπε ''θα πάω, μα όχι γιά πολύ''!
Κι έγιναν οι μέρες εβδομάδες. Είπε, ''ακόμη λίγο''! Κι έγιναν οι εβδομάδες μήνες. Οι μήνες χρόνια.

Κανόνιζαν τις συναντήσεις τους ανεξαρτήτων διαθέσεων και εποχής. Δεν ήταν τόσο από αγάπη, ή ενδιαφέρον, ή έρωτα όοοχι! Θα μπορούσαν να κάθονται γιά ώρες μέσα στο αυτοκίνητο και να κοιτούν την θάλασσα. Θα μπορούσαν να μη ρωτούν ποτέ ο ένας τον άλλον γιά πράγματα, ή ακόμη οι ερωτήσεις να γίνονταν από προσποιητή απορία. Θα μπορούσαν επίσης να μαλιοτραβιούνται γιά ώρες, γιά μήνες, πολλές φορές υπήρξαν χρόνια ολόκληρα που χάριζαν ο ένας στον άλλον κοσμητικά επίθετα διόλου κολακευτικά.
Κανείς όμως δεν ήθελε να σταματήσει, ή μάλλον πίστευαν κι οι δυό πως ξαφνικά η συμπεριφορά τους ενός προς τον άλλον με ένα μαγικό τρόπο θα αλλάξει, κι έτσι μετέθεταν αυτή την στιγμή πάντα γιά την επόμενη μέρα.

Ακόμη και τη μέρα που αυτός οδηγούσε αμέριμνος, κι αυτή του έστριψε απότομα το τιμόνι, με κίνδυνο να φύγει το αυτοκίνητο από την δεξιά λωρίδα, να περάσει στην αριστερή, κι από εκεί να πέσει σ ένα χωράφι σπαρμένο με μπουμπούκια βαμβακιού.
Αυτή γελούσε σαρκαστικά, ήταν τόσο χαριτωμένος, και τόσο τρωτός και ευάλωτος, όταν τρόμαζε! ''Είσαι τρελλή''; ''Θα μπορούσαμε να σκοτωθούμε'' της είπε, μα ούτε και τότε είπαν Αντίο.

Το άφησαν να φθαρεί μέσα τους τόσο, που δεν είχε την δύναμη να ειπωθεί.
Θαρρείς και οι πάσες που αντάλλασαν με τόση κακία ο ένας με τον άλλον, έτσι ώστε να μη μένει πιά χρόνος γιά να σκεφτούν σοβαρά οτιδήποτε άλλο, πιό σημαντικό, δυνάμωναν την ίδια τους την υπόσταση, την παρουσία τους στην ζωή. Η μεταξύ τους φθορά, συγκρινόμενη με την υπόλοιπη συμβατική ζωή, την έκανε να φαντάζει ιδανική.

Το πιό περίεργο ήταν, πως ότι κι αν είχε προηγηθεί, ότι κι αν είχε συμβεί, όταν επέστρεφαν ο καθένας στο σπίτι του, έτριβαν με δύναμη τις σόλες των παπουτσιών τους στο χαλάκι της εισόδου. Με πολύ δύναμη!
Αντί γιά σκόνη, το πως μάζευαν τριαντάφυλλα και τα έκρυβαν βαθιά, όπου ο καθένας έβρισκε καλύτερα, ούτε που το καταλάβαιναν. Είχαν πιά και οι δυό κατάλευκα μαλλιά κι ακόμη έκρυβαν, στις τσέπες, μέσα από τις κάλτσες, στο πορτοφόλι, σε πάκους χαρτομάντηλα, παντού.

Ώσπου πιά δεν είχε άλλο!!!

Sunday, January 11, 2009

η κιμωλία

Στα σκοτάδια της
έπιανε την λευκή κιμωλία και σχημάτιζε
στο πηχτό μαύρο της νύχτας

δωμάτιο, σαλόνι, μπάνιο, κουζίνα,

παραλληλόγραμμα
ένα κρεββάτι

καθώς έπεφτε να κοιμηθεί

έναν άντρα,
κι έπειτα ζάρωνε και κούρνιαζε στα πόδια του

ένα βράδυ αποκαμωμένη
ζωγράφισε μόνο τέσσερις γραμμές
σαν ένα πρόχειρο τετράγωνο στην οροφή

΄
άνοιξε το καπάκι
έξοδος έγραφε!

Friday, January 09, 2009

που πάνε οι λέξεις;

Βούτηξε την άκρη του φτερού στο μελανοδοχείο..

Αγαπημένε μου

Σκούπισε την λεπτή μύτη της πένας με ένα κομμάτι μαλακό πανί. Συνέχισε να γράφει σε ένα λεπτό φύλλο αρωματισμένου χαρτιού..

Μόλις πριν λίγο.. είμασταν μαζί, μα δεν τόλμησα, δεν..

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ.. πατούσε με δύναμη τα πλήκτρα στην γραφομηχανή. Το Α έβγαινε πάντα με το ένα σκέλος θολό.. Άλλαξε σειρά!

Σ αγαπώ, θέλω να ξέρεις πως..

Έβαλε ένα καινούργιο ανταλλακτικό στον τελειωμένο Parker και..

Στην πρώτη σου άδεια θέλω να είμαι η πρώτη που θα σε συναντήσει, καρδιά μου.. πόσο μου λείπεις..

Έφερε πιό κοντά της το πληκτρολόγιο.

Ξεκίνησα αυτό το e-mail γιά να σου εκφράσω.. μπλα.. μπλα.. μπλα.. έγραφε, έγραφε, έγραψε όνομα, κι από κάτω ένα ψηφιακό λουλούδι. Εξέτασε το κείμενο μιά φορά από πάνω ως κάτω, το υπολόγισε τρεις σελίδες στο word.
Πλησίασε το ποντίκι στην Αποστολή μηνύματος, μετάνοιωσε, πάτησε DELETE..

Λίγο μετά έψαχνε στα άχρηστα, το τσαλακωμένο χαρτί με τις γραμμένες με μολύβι λέξεις!

Thursday, January 08, 2009

η ομπρέλλα

Tην πρόσεξε μέσα από το τζάμι, την ώρα που περνούσε την λεωφόρο, προσπαθώντας να καλύψει το κεφάλι της όπως όπως με μιά εσάρπα, συγχρόνως και τον λαιμό, όσο γυμνό κομμάτι απέμενε από το πρώτο κούμπωμα του παλτού, ως το πηγούνι της.
Έτρεξε και χώθηκε στην πρώτη εσοχή, στην προκειμένη περίπτωση είσοδο κτιρίου, ώστε να προφυλαχθεί από την βροχή, που έπεφτε ραγδαία.

Είχε επισκεφθεί ένα δικηγορικό γραφείο λίγο πρωτύτερα. Ευτυχώς η υπόθεση που τον βασάνιζε θα τέλειωνε υπέρ του, ελαφρώνοντας την τσέπη του στο ελάχιστο.
Όταν άνοιξε την πόρτα της εισόδου, αυτή ήταν ήδη ακουμπισμένη στον τοίχο με την σειρά των κουδουνιών να φιγουράρει από πάνω της.
-Γιάννα!
-Πέτρο!
Σχεδόν κύλησαν στο διπλανό καφέ.
Οι λέξεις της βρεγμένες με χυμό πορτοκαλιού, οι λέξεις του βουτηγμένες σε δυό τζούρες κονιάκ και τρία στριφτά!

Πως είναι η ζωή σου τώρα, καριέρα, σπουδές, γιά την υγεία των γονιών. Τσιγαροκουβέντες τις ονόμαζε στο μυαλό του, κι ήταν καθορισμένες σε κάθε συνάντηση, με γνωστό, με φίλο.
Να σκαλίξει τα άλλα τα ακόμη πιό προσωπικά, το απέφυγε.
Αφέθηκε μόνο να χαζεύει τον τρόπο που σκούπισε τις σταγόνες από το μέτωπο της, ή την αφέλεια με την οποία ρουφούσε την μύτη της, ή το πως έτριβε τα δυό της χέρια μεταξύ τους γιά να ζεσταθούν.
Αυτή απαντούσε μαλακά, μ ένα ναι ή μ ένα όχι, τέλειωσε το ρόφημα της και κοίταξε το ρολόι της. Είχε ένα σημαντικό ραντεβού.
Της χάρισε την ομπρέλλα του. Απέρριψε οποιοδήποτε ενδοιασμό ή αντίρρηση.

Λίγη ώρα μετά, θυμόταν την εικόνα της να φεύγει, ψηλή, λυγερή, καλίγραμμη, με το γκρίζο παλτό κουμπωμένο ως το πηγούνι σχεδόν, την εσάρπα μουσκεμμένη στο χέρι και τα ψηλοτάκουνα να κάνουν τρύπες στην βροχή. Στο δεξί χέρι, το δώρο του, στράγγιζε νερά.
Έτσι ήταν καλύτερα..
Μόνο να..
Αν μπορούσε να φανταστεί, όταν την αγόραζε, θα διάλεγε αλλιώς..

Tuesday, January 06, 2009

Βιρτζίνια Γουλφ, αγαπημένη

Γιά να διαβάσει, χρησιμοποιούσε ένα ζευγάρι σε βαθύ κόκκινο γυαλιά, που έδειχναν μεγαλύτερες τις λεπτομέρειες. Μόνο στην ανάγνωση τα φόραγε. Να φαίνονται τα ''α'' και τα ''ο'' ολοστρόγγυλα, κι οι λέξεις με βαθύτερες έννοιες.
Στα άλλα, τα καθημερινά, ούτε που την ένοιαζε. Αρκετά είχε ασχοληθεί με δαύτα. Μιά μικρή κλωστή που είχε ξηλωθεί, οι λεπτές άβγαλτες τριχούλες των φρυδιών της, ένας υποκίτρινος λεκές σε κάποια πετσέτα, όλα περνούσαν απαρατήρητα!
Η ανάγνωση την ταξίδευε, ζούσε χίλιες ζωές συνάμα, δίχως να κουνήσει ρούπι.
Δυό, τρεις σελίδες κι έφευγε, στις δέκα, είκοσι το πολύ, κουραζόταν. Έκλεινε τότε τα διαβασμένα φύλλα στο αριστερό ''αυτί'' του πρωτόφυλλου, από χοντρύτερο, απαλό χαρτί, και το κρατούσε γιά ώρα ακόμη, έτσι κλειστό στο χέρι.
Ώσπου να ταυτίσει τις αράδες με το πρόσωπο της φωτογραφίας που διακοσμούσε το εξώφυλλο. Ένα πρόσωπο όμορφο με χαρακτηριστικά λεπτά, μέτωπο μικρό. Μάτια που δηλώνουν συνεχείς ελλείψεις. Μύτη σμιλεμένη από αρχαίο έλληνα γλύπτη. Μάγουλα στεγνά, σα μικρά, ωχρά γιασεμάκια στο φως του φεγγαριού.


Και τότε έγιναν ορατά γιά πρώτη φορά τα συμπτώματα της μετέπειτα ψυχικής της ασθένειας:
μιά υπερβολικά έντονη ευερεθιστότητα, που φυσικά τότε ερμηνευόταν ως εφηβική επιθετικότητα, αυπνία, υψηλή πίεση, μία αισθητά κακή σχέση με το φαγητό.
Αλλά και στην σχέση της με την αδερφή της Βανέσσα προέκυψαν προβλήματα, παρόλο που καταλάβαιναν η μία την άλλη και ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικές προστριβές μεταξύ τους. Κι όμως η Βιρτζίνια έβλεπε τον εαυτό της μέσα από τον καθρέφτη που αποτελούσε η αδερφή της, κι αυτό θα πρέπει να της προκαλούσε αγωνία, αφού η Βανέσσα ήταν όλα όσα η Βιρτζίνια θα ήθελε να είναι: η Βανέσσα ήταν μεγαλύτερη, πιό πραγματίστρια, καθόλου κλεισμένη στον εαυτό της, καθόλου πολύπλοκη, ένας άνθρωπος, που εκ των προτέρων προσέλκυε τους άλλους.

υ.γ. η παράγραφος ή σημειωμένη με πράσινο από το βιβλίο ''ιδιοφυής και μόνη'', εκδόσεις Μελάνι.

Sunday, January 04, 2009

ανείπωτη αγκαλιά

Γιά να νοιώσει τις εποχές, χρησιμοποιούσε όλα τα αισθητήρια όργανα.
Πρώτα πρώτα το φως, το φως που έπαιζε με τις σκιές σ αυτό το βρωμιάρικο κελί της.
Καλοκαίρια την χάιδευε σαν εραστής, χειμώνες την βύθιζε σ ένα ελαφρύ σκοτάδι.
Την βροχή, την βροχή την άκουγε να γλυστράει με δύναμη, από τα ακρόστεγα στο λούκι κι από κει στο χώμα, κι αυτό να ρουφάει με λύσσα το νερό.
Οι αστραπές βίαζαν το μικροσκοπικό παράθυρο, και φώτιζαν το δωμάτιο γιά μιά στιγμή, κι ύστερα γιά μιά άλλη.
Να τώρα σταμάτησε, σκεφτόταν, σκεφτόταν και περίμενε.
Κι ύστερα ερχόταν ο παφλασμός. Σα κύμα που σκάει σε βράχο. Τόσα χρόνια τώρα πίστευε πως εκεί γύρω πρέπει να είχε θάλασσα. Ποτέ δεν την είδε. Την μύριζε. Φύκι κι αλμύρα όταν φύσαγε νοτιάς.

Με το νου της έπλαθε εικόνες, θα έχουν πέσει σίγουρα τα φύλλα των δέντρων, ή η γη θα ανθίζει, ένα αυτοκίνητο σταματάει, ένας κήπος, μιά πόρτα, ένα μαχαίρι, όταν το σκεφτόταν αυτό σφάλιζε με δύναμη τα μάτια της ποιός ξέρει γιατί.
Αρνήθηκε να εξηγηθεί. Απαξίωσε να εξηγήσει, ούτε τότε στο δικαστήριο, ούτε καν στον εαυτό της καιρό μετά. Καμμιά αθωότητα δεν υπερασπίστηκε. Καμμία ενοχή δεν παραδέχτηκε.

Τσιγάρο στην αυλή. Τις τελευταίες μέρες έβλεπε βαρύ το χιόνι στο θολωτό από πάνω της. Παφ και νιφάδα. Παφ και νιφάδα! Άντε και καμμιά κουβέντα με τις υπόλοιπες, ξέρεις από αυτές τις ελαφριές της φυλακής.

Σήμερα την ξύπνησαν πρωί.
Έγινε δεκτή η αίτηση χάριτος.
Σηκώθηκε και έβγαλε από μιά τσάντα, χωμένη βαθιά στην κοιλιά του κρεββατιού, ένα σορτσάκι και μία μπλούζα, κοντομάνικη.
Μ αυτά την είχαν φέρει, μ αυτά θα έφευγε.
Τα φόρεσε, την πήρε παραμάσχαλα και βγήκε έξω. Άδειο το προαύλιο. Ούτε που την περίμενε κανείς, ούτε που περίμενε κανέναν. Πόνεσαν τα μάτια της από το απότομο φως.
Γρήγορα την τύλιξε το χιόνι.
Με πρόσωπο κενό, κλειδωμένο και βήματα αργά, έψαξε την θάλασσα.


Τη θάλασσα δεκατέσσερα χρόνια είχα να τη δω
υποθέτω πως έτσι ξαναγεννιέται κανείς
ανοίγοντας τον εαυτό του μοιρογνωμόνιο του ορίζοντα
σε μιαν ανείπωτη αγκαλιά
για τη μητέρα του κόσμου, τη θάλασσα


Έβγαλε τις κάλτσες της και βούλιαζε μιά στο νερό και μιά στο χιόνι.

Κι έπειτα θυμήθηκε αυτό που καιρό φοβόταν. Εκείνη τη φωτογραφία, την παλιοκαιρισμένη και σκισμένη, που έκρυβε στα σωθικά της τσάντας της. Έχωσε το χέρι, ψαχούλεψε, την βρήκε και την έβγαλε. Δίχως να την κοιτάξει, την κράτησε στην παλάμη της, ώσπου σκεπάστηκε από ένα στρώμα λευκό.

Και μόνο τότε κίνησε να φύγει.

Οι στίχοι, οι σημειωμένοι με μπλε, της Λένας Πλάτωνος

Friday, January 02, 2009

το τραινάκι

Έκρυψα τα όνειρα μου
σ' ένα μικρό ξύλινο τραινάκι.

Νύχτα πρωτοχρονιάς, το ακούμπησα στα χέρια σου.

Λίγες ώρες μετά,
μαραινόταν σε μιά χωματερή παιχνιδιών!
Δάκρυσα.

Χθες, μου παραπονέθηκες πως είναι στιγμές
που το σφύριγμα μιάς ατμομηχανής
ψυθιρίζει ιδρωμένες συλλαβές από το όνομα μου
βαθιά στην ψυχή σου.

Συγχώρα με!

2/01/2009

Thursday, January 01, 2009

γούρι γούρι

Tο φλουρί ούτε που το έπιασα. Ρόδι δεν έσπασα. Με το δεξί δεν μπήκα.
Από το πρωί ψάχνω ένα θέμα που να μου κάνει ''κλικ'' μέρα πρωτοχρονιάς.
Την φωτό την βρήκα σε ανύποπτο χρόνο. Στο facebook, και με μέσον. Έδωσα και πήρα το αντίτιμο.
Φωτογραφία ζωής. Κατάθεση ψυχής.
Το γούρι της χρονιάς, της κάθε χρονιάς.

Και πάλι χρόνια πολλά
Χρόνια τυχερά..
Ευτυχισμένα!!!

πόσο ακόμη;