Tuesday, April 22, 2014

μωβ





Σε μια άλλη Άνοιξη,  θα είχες φέρει από το υπόγειο το μεγάλο ψαλίδι,  θα τέντωνες το σώμα περισσότερο από όσο θα μπορούσες και θα κατέβαζες στο ύψος σου κλαδιά από πασχαλιές,  θα έκοβες χωρίς λύπη..  θα γέμιζες μια αγκαλιά με μωβ την πίσω θέση του αυτοκινήτου,  και μετά,  στο σπίτι στη Θεσσαλονίκη θα έβαζες μια πινελιά εξοχής και λίγη μυρωδιά χωριού στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο από τον Ζούρα.  Δύο ήταν τα μεγάλα μαγαζιά με τα υαλικά τότε,  ο Ζούρας και το Άκρον Ήλιον Κρυστάλ.  Ο Ζούρας έλεγες πως είχε τα πιό καλά και τα πιό ακριβά.

Monday, April 21, 2014

κλωστές μπλε και άσπρες





Κλωστές μπλε και άσπρες περασμένες σε μπλε εταμίν,  πάνω κάτω και σταυρωτά,  σε ένα σχέδιο μάλλον αφηρημένο που όσο το κοιτούσα μου έμοιαζε με βελανίδια στη σειρά,  σα παιδάκια στο προαύλιο ενός σχολείου,  λίγο μετά την πρωινή προσευχή και λίγο πριν το μπάσιμο στην τάξη.
Από αυτό,  είχα βγάλει το συμπέρασμα ότι στη θεία άρεσε το μπλε, οι καρποί της φύσης και η τάξη.
Λίγο πιο δίπλα καπνός από τσιγάρο,  σταχτοδοχείο,  αναπτήρας κι ένα πρόσωπο μεγάλο και κατακόκκινο.  Ο ''πασάς''!  Το σώμα,  σχεδόν πάντα όταν το έβλεπα εγώ,  κι από το ύψος που το έβλεπα,  ήταν σε θέση ξεκούρασης,  σαν λίγο πριν να είχε παραδώσει ψυχή..  μυστικά..  τόσο όσο να φαντασιώνομαι νύχτες με ''κάτι''  που όμως λόγω ηλικίας δεν μπορούσα να προσδιορίσω..  όπως δεν μπορούσα να προσδιορίσω ούτε εκείνη τη ζουμερή μυρωδιά από τον ιδρώτα και τις διάφορες άλλες εκρίσεις του σώματος..  Η θεία πηγαινοερχόταν δωμάτιο / κουζίνα με ένα φλυτζάνι ελληνικό καφέ και τα δυο πλατιά / στενά / σφιγμένα χείλη του ''πασά'' ρουφούσαν καπνό και καφέ ισόποσα.
Σε όλο το σπίτι,  υπήρχε μια υπερβολή,  φτηνή,  όπως όταν θέλεις να φτιάξεις ένα σοκολατένιο γλυκό και χρησιμοποιείς την πιό φτηνή μαργαρίνη,  ή όπως όταν φυλάς τα μπισκότα γυμνά,  στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα λόγω έλλειψης χώρου.
Στον τοίχο,  ήταν πάντα ένα κάδρο μικρό,  με χρυσή κορνίζα και έντονα χρώματα που γυάλιζαν,  δυό νέες γυναίκες,  περπατούσαν σε μια πλατεία,  με όμορφα ρούχα και μαλλιά που ανέμιζαν στον αέρα,  το πιο πιθανό να ψώνιζαν ζαρζαβατικά από το μανάβικο δεξιά,  να χαιρετούσαν μια φίλη που θα συναντούσαν καθώς θα έστριβαν τον δρόμο αριστερά,  να χάζευαν τη θάλασσα και να συμφωνούσαν στο πόσο καλός ήταν ο καιρός παρ' όλο που μόλις έμπαινε η Άνοιξη καθώς θα μισόκλειναν τα μάτια απέναντι στον δυνατό ήλιο.
Στην πολυθρόνα υπήρχε πάντα ένας ''Θησαυρός'',  ένα ζευγάρι γυαλιά κι ένας στυλός για το παιχνίδι με τις ''διαφορές''.  Δίπλα,  μια σακούλα γεμάτη με εταμίνες και κλωστές DMC δεμένες πλεξούδες,  που την πηγαινόφερνε,  σπίτι / μπακάλικο για τα πρωινά που ακόμη δεν είχε πελάτες,  σε μια καρέκλα ξύλινη ανάμεσα σε κούτες μεταλλικές με μπισκότα Μιράντα και Πτι Μπερ,  κεντούσε αριστουργήματα λες κι ο χρόνος έπεφτε σταγόνα σταγόνα και βελονιά βελονιά και χρωματιστές κλωστές που τελείωναν σε άμορφους κόμπους στις ανάποδες των υφασμάτων.
Ρουφούσα εικόνες,  όπως ο ''πασάς''  τον καπνό και τον καφέ,  ρουφούσα αχόρταγα,  κι ας μην ήταν η αγαπημένη θεία,  κι ούτε είχα κάτι τέτοιο ποτέ,  τα πιο αγαπημένα μου πάντα ήταν όσα δεν είχα ακόμη καταφέρει κι όσα δεν είχα δει,  κι ίσως αυτό το τόσο πολύ κοντά και τόσο οικείο και το τόσο δεδομένο να ήταν αυτό που με τσάκιζε..  

δεν είσαι εδώ





Επιστρέφεις για να ξαναβρεθείς στο ίδιο κομβικό σημείο,  ελπίζοντας πως αυτή τη φορά θα καταφέρεις τα πράγματα να πάρουν διαφορετικό δρόμο.  Γυρνάς και ξαναγυρνάς υποσυνείδητα,  στέλνεις το μυαλό σου εκεί,  καμμιά φορά και το σώμα σου, περιστρέφεσαι σαν μια μικρή γη γύρω από τα κομμάτια σου και αφήνεσαι να λιώσεις,  να χαθείς,  να μηδενιστείς.  Αδειάζεις..  σε αδειάζουν..  η διαπίστωση του μεγάλου κενού δεν μοιάζει καθόλου εύκολη.  Στο παρόν το μόνο λευκό είναι το γάλα που ζεσταίνεται τα πρωινά στο μπρίκι,  όλα τα υπόλοιπα κινούνται σε αποχρώσεις του καφέ με μια γενναία δόση λούστρου επάνω τους.  Η μεγάλη ξύλινη πόρτα,  το στενό / ψηλό παράθυρο στο μικρό ψηλοτάβανο δωμάτιο.  Η καρικατούρα της Μέριλ Στρηπ γελάει ασταμάτητα με σκοπό να μου προκαλεί πονοκέφαλο.  Ο πονοκέφαλος μου φέρνει αμνησία.  Μεγάλη Παρασκευή,  βγήκα σε ένα δρόμο που είχε κλείσει για να περάσει αυτό το στολισμένο με άνθη πράγμα / σκηνικό,  κι ένας σωρός από κόσμο πίσω σαν μια αυλή που περιμένει ένα θαύμα,  δεν γίνονται θαύματα στις μέρες μας,  οι άνθρωποι πεθαίνουν,  ζαλίζονται και πέφτουν σαν τα κοτόπουλα..,  μπαίνουν σε νοσοκομεία,  χάνουν τη φωνή τους κι ευχαριστιούνται αυτό το κίτρινο υγρό που λέγεται ορός και που μπαίνει μέσα στο σώμα τους κι αυτοί νομίζουν ότι έτσι θα γίνουν καλά,  αλλά το ''καλά''  δεν υπάρχει πια,  βαρέθηκε και πήγε σε άλλες χώρες.. πολύ θα ήθελα να ήμουν σε μια άλλη χώρα..  ίσως εκεί το τηλέφωνο μου να χτυπούσε,  ίσως να μην ένιωθα αμηχανία με τα χέρια μου,  ίσως να μιλούσαμε τότε για ποιότητα ζωής και προχθές να παρακολουθούσαμε όλοι μαζί την έκλειψη και τον κατακόκκινο ουρανό,  ίσως εκεί πραγματικά να μπορούσες να πεις ''ξαναρχίζω απο την αρχή''  και να είναι ένα αυθεντικό ξεκίνημα,  χωρίς ανόητα πισωγυρίσματα και χωρίς ηλίθιες αναμονές και σκοτεινές / ασαφείς απαντήσεις.  Ίσως εκεί οι γιορτές και οι αργίες να είχαν ένα άλλο νόημα πέρα από γουρούνιασμα και πολύ φαγητό και πολύ ποτό και πολύ ροχαλητό και ύπνο.  Μια πιό λεπτή και ντελικάτη συναίσθηση των πραγμάτων.  Είναι λες ουτοπία;  Είναι ουτοπία το να μην θες να κουβαλήσεις όλο το βάρος μόνος;  Το να κάτσεις για ένα γαμημένο καφέ,  μια ώρα,  δυό ώρες και να μιλήσεις για όσα σε / σας απασχολούν,  κάποιοι άνθρωποι,  αναβάλλουν,  όλο αναβάλλουν,  έρχονται / βλέπουν / σιχαίνονται / φεύγουν,  το χειρότερο είναι κάποιος που έχει φύγει αλλά είναι εδώ,  το χειρότερο να περιμένεις από κάποιον λίγη φωνή,  αλλά / αλλά..  να γυρίζει το κεφάλι του αλλού, να  παίζει με το κινητό,  να παίζει με το σταυρουδάκι που φοράει στο λαιμό, να  παίζει με ότι βρει μπροστά του αρκεί να μην ασχοληθεί μαζί σου..  αρκεί να μην σε συναντήσει στα μάτια..

Friday, April 18, 2014

του συρμού





Μια μέρα,  θα 'ναι Μεγάλη Πέμπτη,  θα ξυπνήσω στις 6.00 απο χαρά κι επιθυμία να βάψω τα αβγά μου σε χρώματα της φύσης.  Θα έχω τη δικιά μου αυλή και τα δικά μου δέντρα και θα κάνω πειραματισμούς με φύλλα από μουριά,  ή από καρυδιά, ή από κερασιά και το αποτέλεσμα θα με κάνει να νιώθω περήφανη και σωστή στον χρόνο μου,  χωρίς καθυστερήσεις και χρονόμετρα και θέλω να το πιάσω αυτό αλλά μόλις το ακουμπάω μου ξεγλυστράει και φεύγει.
Παλιά,  πολύ παλιά,  που μόλις φέραμε στον κόσμο παιδιά και που μόνο για αυτό νιώσαμε μοναδικοί και σχεδόν παντοδύναμοι,  νομίζαμε πως θα δαμάσουμε τον χρόνο και θα αλλάξουμε τον κόσμο και πως όλα θα ρέουν κατά πως το επιθυμούμε εμείς,  και πως το μόνο τίμημα ήταν να δώσουμε τους εαυτούς μας..  που χρόνια τώρα μετά..  σε ένα άλλο περιβάλλον πιό βαρύ,  πιό κυνικό,  πιό δύσκολο προσπαθούμε και πάλι να ανακαλύψουμε..
Εν τέλει καμμία επανάσταση δεν αξιωθήκαμε.
Του συρμού και της διαιώνισης υπήρξαμε,  των όσων αμάσητα φτήσαμε..

Tuesday, April 15, 2014

μηδέν





Τα δεκαπενθήμερα,  λιώνουν σα το βούτυρο σε τσάι ζεστό χωρίς ζάχαρη.  Οι εποχές έρχονται και φεύγουν χωρίς προειδοποίηση,  χωρίς καλημέρες,  χωρίς αντίο.  Η Άνοιξη χορεύει θεότρελλη.  Τρέχει και παλεύω να τη φτάσω.  Να αγγίξω το μικρό της δαχτυλάκι.  Η προσωπική μου ένταση στέκεται εμπόδιο ανάμεσα μας,  κι όχι μόνο αυτή.  Ένα σωρό ''θα'',  και ''πρέπει'' κάνουν τα πόδια μου να περπατούν γρήγορά και την καρδιά μου να νιώθει ανεπαρκής.  Ανικανοποίητη η δικιά μου Άνοιξη,  θα περιμένει ως το τέλος αυτό το κάτι που ακόμη κι αν,  ίσως,  υπάρχει,  δεν μπορώ να προσδιορίσω.  Κάπου πρέπει να υπάρχει αυτό που θα ηρεμεί τις ανάσες μου τις νύχτες.  Αυτό που θα δίνει συνειδητή υπόσταση στον χρόνο μου.  Κάπου θα υπάρχει η άκρη ενός κουβαριού που όταν την πιάσω με τα χέρια μου,  όλα θα είναι όχι τόσο διαφορετικά όσο με λίγο περισσότερο ''βάρος''.  Και τότε λέξεις όπως ''γλυστράω'',  ''φεύγω''.  ''άνεμος'',  ''πούπουλο'',  ''μηδέν''  δεν θα υπάρχουν.  

Sunday, April 13, 2014

αποσιωπητικά





Ακόμη και το να σαμποτάρεις αυτόν τον ίδιο τον χρόνο σου..  θυμός είναι.

Το να μην σου επιτρέπεις την ομορφιά πάλι θυμός είναι.

Κι ένα φόρεμα αφημένο στα σκοτάδια,  ένα βλέμμα σβησμένο,  ένα ξυραφάκι σκουριασμένο στο πλάι του νιπτήρα,  λέξεις που δεν θα ειπωθούν,  ένταση που δεν εκτονώνεται,  όλα θυμός,  θυμός..


σ.β.λ.

Saturday, April 12, 2014

ανεκπλήρωτοι πόθοι





Δεν το έχω πει ποτέ..  αυτό το ''θέλω να επιστρέψω σε εκείνη την άλλη εποχή''  δεν το έχω πει ποτέ. Μπορεί να θυμάμαι,  μπορεί να νοσταλγώ μα να κάνω ένα ολόκληρο ταξίδι εκεί πίσω..  ποτέ!
Θέλω να πω κουβέντες αλλά μοιάζω να έχω καταπιεί βράχο,  κι οι βράχοι είναι για τους στίχους..  τι όμορφα που μου το λες και γελάμε και μετά το ένα αστείο φέρνει το άλλο και ξεχνιέμαι για λίγο..  για λίγο..  μετά κάτι φουντώνει ξανά μέσα μου και θέλει η ψυχή μου να τρυπήσει το δέρμα μου και να πεταχτεί έξω..  κι ίσως να είναι καλύτερα έτσι..  αφού τίποτα δεν μοιάζει να είναι στη θέση του..  και σκέφτομαι πως πρέπει να πάρω ένα ένα τα κουτάκια και να βάλω τα πράγματα στη θέση τους..  άλλος ζει με το όνειρο να περάσει καλά,  άλλος να πάει καλά η δουλειά του,  άλλος να βρει κάποιον που να τον αποδέχεται και να τον ακούει,  εγώ θέλω να βάλω τα πράγματα στη θέση τους,  αυτό είναι το δικό μου όνειρο,  ο δικός μου καημός,  το δικό μου ανεκλήρωτο που ακόμη κι αν καταφέρω να κόψω την θάλασσα με μαχαίρι έτσι όπως μοιάζει ασημένια κάτω από τον νωθρό απογευματινό ήλιο,  ακόμη και τότε ''θα έχω ένα αυτοσκοπό,  να βάλω τα πράγματα στη θέση τους''.
Κι εδώ έρχεται η ερώτηση, ποιά είναι αυτά τα πράγματα,  ποιά είναι η θέση τους και που θα πάνε αν μετακινηθούν;  Και γιατί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες πάντα θα υπάρχει κάτι που θα τραβάει το σκοινί;  Και οι λέξεις ''χαρά'',  ''ευτυχία'', ''ισορροπία''  μήπως είναι ουτοπία;  Και το ότι δεν μπορεί,  κάπου υπάρχει αυτό το κάτι..  το σπουδαίο,  το μεγάλο που να αφού το βλέπω σκόρπια εδώ κι εκεί,  ποτέ δεν το πιάνω;  Δημιούργημα φαντασίας;  Υπέρμετρη αισιοδοξία που καταλήγει σε πανικό και τελειομανία;

Wednesday, April 09, 2014

τοποθετήσεις





Το ''θα περάσω καλά'' ακούγεται τόσο ξύλινο και τόσο προσδιορισμένο,  τόσο φτιαχτά επιθυμητό και τόσο ζορισμένο που μοιάζει περισσότερο με παραπέτασμα ανάμεσα σε δυό στιγμές ενώ αυτές έχουν ήδη φύγει.
Το ''θέλω κάποιον να μ' ακούσει''  γλύφει τη γλώσσα σαν καραμέλλα.  Φταίει η αδυναμία του να ακουμπήσεις μεγαλοποιημένα τα σώψυχα σου.  Κανείς,  κανείς δεν έχει αυτή την τιμητική θέση στο μυαλό σου και σε κανέναν δεν την δίνεις αυτήν την αξία.  Ίσως επειδή θέλεις να κρατήσεις την αποκρυπτογράφηση του εαυτού σου μόνο για σένα.  Ίσως επειδή μετά θα πέσεις στα ίδια τα δικά σου μάτια.  Ίσως επειδή τα τεράστια θα γίνουν τόσο δα μικρά και μετά;  Μετά ποιός θα είσαι εσύ και που θα έχω τοποθετηθεί εγώ;

Tuesday, April 08, 2014

εξαντλητικά διαφορετική άνοιξη





Είναι περίεργη αυτή η Άνοιξη και με περίεργο τρόπο βάζει τα πράγματα στη θέση τους..
Σα να διορθώνει μερεμέτια ένα πράγμα από τη μια πλευρά και σαν να θέλει να κρατήσει για τον εαυτό της κομμάτια από την άλλη.  Κομμάτια κλεμμένα και άδικα.  Τόσο άδικα που θέλεις να κλάψεις αλλά είναι τόση η ομορφιά που δεν σ' αφήνει.  Είναι κι οι αλλαγές που πρέπει να συνηθίζεις.  Και οι άλλες που τις χαίρεσαι.  Γλυκόπικρη άνοιξη..  αλοιώτικη..  εξαντλητικά διαφορετική.

Sunday, April 06, 2014

αγαπώ





Ακριβώς έτσι..  όμορφα,  όμορφα πολύ..  ζεστά και ατμοφαιρικά..  με απεριόριστη διάθεση για ανοίγματα καρδιάς.  Όλα έχουν τον χρόνο τους κι όλα έρχονται όταν πρέπει να έρθουν,  συνήθως μετά από πολύ προσωπική δουλειά και γυαλοχαρτάρισμα / βάψιμο προσωπικών σκέψεων και απόψεων.  Είναι γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι μένουν σε μια επιφάνεια επειδή ακριβώς αυτή η ίδια η λογική τους φτάνει ως εκεί.  Αυτοί δεν θα αναγνωρίσουν ποτέ την ''άλλη πλευρά''.  Θα είναι πάντα ''αυτοί''  και όχι ''οι άλλοι''  και θα περιμένουν όμοιους τους για να τους αποδεχτούν.
Σήμερα η βροχή μύριζε τόσο όμορφα που την ακολούθησα κάτω από μαύρα σύννεφα και χρωματιστές ομπρέλλες και γεμάτη από αυτές τις σκέψεις που με κάνουν να νιώθω ''καλά''.
Η πόλη μου,  τις Κυριακές παίρνει ένα άλλο χρώμα,  πιο αχνό,  πιο ήρεμο,  πιο στατικό..  αναζητώ σπιτικό φαγητό και μαμά..  αγαπώ..

Saturday, April 05, 2014

εγώ





Εκπλήσσομαι με ότι κάνει ο εαυτός μου ερήμην μου..

Είμαι εγώ;
Εγώ;