CLICK HERE FOR BLOGGER TEMPLATES AND MYSPACE LAYOUTS »

Sunday, July 19, 2009

ταξείδι

στην ίδια γη,
σε άλλες θάλασσες..
.
.
.
.
.
.
.

με την ίδια μελωδία

Saturday, July 18, 2009

υποψία

o μόνος που μ' ακολουθεί,
καιρό τώρα,
είναι ο άλλος μου

εαυτός..
-
-
-
-
-
-
-

Wednesday, July 15, 2009

ένα ρώσικο τραγούδι

Eίναι κάτι νύχτες που κυλούν στα πλήκτρα ενός ακορντεόν..

βρέχουν το σώμα με ιδρώτα..
και μυρίζουν θάλασσα..





η φωτογραφία είναι από εδώ

Saturday, July 11, 2009

ο μάγος

Kαθένας στο μικρό του στρώμα έπλαθε νησιά.. νά 'ναι ο έρωτας αγνός, μακριά από πόλεις.





Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου που διαβάζω..

Thursday, July 09, 2009

με αυθάδεια

Σήμερα ξύπνησα σε ένα κρεββάτι που τα πόδια του βούλιαζαν στην άμμο. Η θάλασσα μικρό αγόρι με γαλαζοπράσινο παντελονάκι που ακόμη δεν έχει την αίσθηση του φύλου του. Φωτεινή. Παιχνιδιάρα. Θυμωμένη. Ερωτική. Δοτική. Απαιτητική. Κτητική.
Ο καφές νερουά. Η ζέστη λιγώνει τα μέλη μου. Έχω φτάσει περίπου στην σελίδα 200 ενός μεγάλου και ταλαιπωρημένου βιβλίου. Όταν μ αρέσει πολύ, μα πάρα πολύ ένα βιβλίο, κλείνω με τα μάτια μου τις σελίδες του και κρατώ το συναίσθημα. Θέλω να το μυρίζω γύρω μου!

Το δέρμα μου ιδρωμένο, τινάζω την άμμο από πάνω μου. Αρνείται πεισματικά να φύγει. Στα αυτιά μου μουσική. Lorena Mac Kennit. Παρελθόν, παρόν κι εγώ. Συμβιβάζομαι μαζί του, ή τουλάχιστον προσπαθώ. Με κοιτά με αναίδεια. Το κοιτώ περιφρονητικά. Γιά την ώρα.
Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις συμφιλιωθεί με τον εαυτό σου. Να γυρίσεις και να του πεις Αυτή Είμαι. Με αυθάδεια. Αυτή είμαι. Πόσο δύσκολο. Το πιό..
Μπόρεσα αυτό, μέχρι εδώ. Έχω τα όρια μου βρε αδερφέ. Και πάνω απ όλα είμαι άνθρωπος και όχι υπεράνθρωπος. Το δυσκολότερο. Να δεχτείς τις αδυναμίες σου. Πρώτα να τις αποδεχτείς και μετά να τις αγαπήσεις. Και μετά, να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου ήρεμα μ αυτές.
Ο ανθρώπινος νους, αα ο ανθρώπινος νους διακρίνεται γιά υπερεγώ του. Και παλεύει να το ταίζει. Μάταια. Αχόρταγο. Αχόρταγο και τόσο προβλέψιμο.

Σήμερα ήθελα να φιλήσω μιά αλυσίδα χρυσή που ήταν φορεμένη σ έναν όμορφο μαυρισμένο λαιμό.

Σήμερα ήθελα κάτι απρόβλεπτο, κάτι που θα τάραζε τα νερά, τα μέσα μου νερά που κάποτε κάποτε μου θυμίζουν εκείνα τα σκυλιά που λιάζονται καταμεσής του δρόμου, κι αναρωτιέσαι αν είναι αποχαυνωμένα ή νεκρά. Κάτι που θα μ έκανε να ξεχάσω ό,τι προδιαγραμμένο, όπως πχ το διάβασμα του βιβλίου, ή τη συγκεκριμένη συνάντηση, ή την ντοματοσαλάτα αντί γιά μεσημεριανό.

Η πανσέληνος προχθές ήταν άσχημη πολύ. Δύσκολος ο ρόλος του ωραίου και του επιθυμητού. Κάθε που εμφανίζεσαι να πρέπει να σε θαυμάζουν. Ή να αποδείξεις τους λόγους γιά τους οποίους θα πρέπει να σε θαυμάσουν. Ο κύριος Πίτσαμ ήταν εξαιρετικός στην σκηνή, κι η Τζούλια (;) η πουτάνα αγέραστη, μα πόσοι το έχουν κερδίσει αυτό; Κάτω από τους ήχους του Veil θα μπορούσα κι εγώ να γίνω ένας αδίστακτος Μακίθ. Γιά πόσο όμως; Αλλάζει ο άνθρωπος; Η απάντηση είναι πολλάκις επιβεβαιωμένη. Ακόμη και η λεπτή, κοντή και φοβισμένη κοκκινομάλα Ρωσίδα που καθαρίζει το γραφείο μου κάθε πρωί, μονολογεί πολλές φορές.. αλλάζει ο άνθρωπος παιδάκι μου; δεν αλλάζει..

Να δεις που στο βιβλίο που διαβάζω, αυτός ο περίφημος κύριος που ζει στο σπιτάκι πλάι στη θάλασσα, σ ένα Ελληνικό νησί που λέγεται Φράξος, θα είναι φάντασμα. Δεν υπάρχουν τόοοσο φιλοσοφημένοι άνθρωποι.
Πάμε στοίχημα;

η φωτογραφία δική μου και βρίσκεται εδώ

Monday, July 06, 2009

σαπουνόφουσκες

Σειρές από ομπρέλλες σε χρώμα λερωμένου λευκού με τυπωμένα διαφημηστικά σλόγκαν κι από κάτω αναπαυτικές ξαπλώστρες επί τέσσερα.

Καθίσαμε στις δυό, τραπεζάκι, καφές σερμπέτι νερουά σε πλαστικό, η καλοκαιρινή μάρκα των τσιγάρων, βιβλίο δανεικό, παχύ τόσο ώστε να πιάσει σχεδόν όλο το καλοκαίρι.


Το νερό πολύ ζεστό, πολύ αλμυρό. Το δέρμα μου τσούζει. Πολύ αργότερα θα ανακαλύψω τους κατακόκκινους λεκέδες στο βάθος του αφαλού και κατα μήκος της μασχάλης.



Πετσέτα κόκκινη ασορτί με το μαγιώ, φωτογραφική. Η εικόνα θα μπει στο explore. Θα με κάνει να χαμογελάσω. Άλλο ένα εικονικό χαμόγελο ικανοποίησης.

Το καλοκαίρι οι παραλίες μυρίζουν αντιηλιακό και σπέρμα από την προηγούμενη νύχτα. Αποξηραμένα φύκια και μικρές πορτοκαλιές σημαδούρες περασμένες σα χάντρες σ ένα πολυκαιρισμένο σκοινί.



Αυτά τη μέρα, γιατί τις νύχτες ο Τόμυ Λη Τζόουνς κυνηγάει έναν φονιά ανάμεσα στις πλαστικές καρέκλες και το βοτσαλωτό δάπεδο. Μιά ψιλόλιγνη κοπέλλα, φτιάχνει κάτι τεράστιες σαπουνόφουσκες, βουτώντας δυό γυμνά πηχάκια, ενωμένα με ένα σπάγγο, σε ένα κόκκινο κουβά γεμάτο σαπουνόνερο. Κι οι χαραμάδες μυρίζουν φθηνό λουκάνικο μέσα σε κρατσανιστό ψωμάκι. Κόκκινο φως και μιά κραυγή οργασμού. Σιγή.

Ένα μου μπλε προσπαθεί να μοιάξει στη θάλασσα. Λάθος. Να μεταφέρει μυρωδιά και συναίσθημα θέλει. Τι σου αφήνει αυτή η ατέλειωτη επιφάνεια νερού;

Φως!

Σκιά!

Παιχνίδισμα!

Παιδικότητα!

Χαρά!

Ηρεμία!

Ξεγνοιασιά!

Θα μπορούσε να είναι η θάλασσα ένα παιδί με γαλάζιο παντελόνι.

Αυτή την αίσθηση προσπαθώ να δώσω. Παίζω, σκίζω, γυρίζω σελίδα.

Ποιός θα το πίστευε πως οι δυσκολίες κρύβονται στα εσώφυλλα;

Τίποτα. Ούτε καλά, ούτε άσχημα.

Γιά να προκαλέσω το ''καλά'', σιγοτραγουδώ το ''αμελί'' .. και φεύγω.. πάω να βρω αυτό το γαλάζιο του μουσαμά και του πινέλου που ψάχνω.



Ο καπνός του τσιγάρου μου, πνίγει ένα μπουκέτο γιασεμί!

Tuesday, June 09, 2009

όποτε

κάντε ''κλικ'' εδώ..


σας εύχομαι ένα σούπερ ντούπερ καλοκαίρι..

όσο γιά μένα; θέλω να ξεχειλώσω σε μία σαιζ-λονγκ, να μπαίνω να βγαίνω στη θάλασσα, να κολλάει επάνω μου η αλμύρα, να με ξεροψήνει ο ήλιος..
κάποιον να μ αγαπάει κι ένα-δυό καλά βιβλία οκ;

ραντεβού ξανά εδώ ''όποτε'', ελπίζω κάτι να αλλάξει μέσα μου εν καιρώ και να έχω να πω πράγματα ξανά..

φιλιάαα πολλάαα
κι ένα μεγάλο ευχαριστώ

Friday, June 05, 2009

ψεύτικες χρωματιστές χάντρες

Σιωπή. Κι ένα ψέμμα διφορούμενο. Είναι ακόμη ανάλαφρο κι αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Το ακουμπάω απαλά μα θέλω να το λιώσω. Να το εξαφανίσω. Αντί αυτού, απολαμβάνω την σιωπή και τις μεγάλες γουλιές του νερού που υγραίνει τον λαιμό μου.

Ακούω μέσα μου επιθυμίες. Κοιτάζομαι σ ένα καθρέφτη που δεν χρησιμοποίησα ποτέ. Είμαι τόσο όμορφη όσο πάντα; Γελάω. Ψεύτικες χρωματιστές χάντρες γυαλίζουν στο φλερτάρισμα με το φως. Δεν είμαι εγώ αυτή! Δεν είμαι σου λέω..

Θέλω να πάρω ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, μα τόσο μεγάλο που να χωράει δυό ζωές τόσο ξεχωριστές όσο και αλληλένδετες. Να ενώσω με συνδετήρες στιγμές και πράξεις. Να τους δώσω μορφή και αισθήσεις. Να είναι τόσο κοντά, όσο και μακριά, μέχρι που η συνάντηση τους να σταθεί μοιραία γιά όλες τις αλλαγές και τα επακόλουθα της ζωής τους.
Πόσο μας επιρεάζουν οι άλλοι;
Τι είπε γιά μένα, γιατί μου μίλησε έτσι, με ζηλεύει, με μισεί.. είναι ανάγκη να έχουν αξία όλα αυτά;
Μ αγάπησε, τι ήμουν γιά αυτόν, αν δεν ήταν αυτός εγώ θα..

Κι η ειλικρίνεια; Ναι το ξέρω πως είναι ουσιαστικό.
Ξέρω επίσης πως είναι μιά λέξη που έμαθα τελευταία να γράφω σωστά. Εγώ που δεν έκανα ποτέ ορθογραφικά λάθη. Χανόμουν στα τόσα ει, ι, ι, ει..
Έτσι, όπως κι αν μου την έγραφες στα δικά μου μάτια ήταν σωστή. Ηλοικρείνυα; Ναι σου έλεγα εγώ.. Οιλεικρυνηα.. ναι εγώ..

Πλάκα να δεις, να δεις που τώρα θα σου μιλήσω ειλικρινά, γέλασα πολύ, πολύ πολύ, από την πρώτη στιγμή, από το πρώτο εκείνο γαργαλητό στη μύτη, κι ένοιωσα πως το ευχαριστήθηκες κι είπα μέσα μου, ο καθένας ότι του αξίζει έχει..
και μετά ήταν που εσύ απέριπτες και ξανααπέριπτες και στόλιζες με περίεργα κοσμητικά επίθετα ό,τι πριν σε ευχαριστούσε, και τότε το είπα διπλά..
''ο καθένας ό,τι του αξίζει έχει''

η φωτό δική μου και βρίσκεται εδώ..

Wednesday, June 03, 2009

κατά την διάρκεια μιάς δυνατής βροχής

Θέλω να φωτογραφίσω την δύναμη της βροχής, βγαίνω στη βεράντα, δοκιμάζω, και μένω μονάχα να κοιτάζω και να ακούω. Μου λες, άδικος ο κόπος, δεν κλείνεται τόσος θόρυβος σε μία ψηφιακή, σου δίνω φιλί κι ετοιμάζω καφέ. Βάζω εκείνη την παλιά καφετιέρα του εσπρέσσο στη φωτιά. Δυό κουταλιές ζάχαρη γιά σένα, μία γιά μένα.
Λίγο πριν τη βροχή, μιά πεταλούδα ήρθε και κάθισε στην παλάμη μου και μιά μέλισσα μαζί. Με τσίμπησε και νοιώθω πως πονάς μαζί μου. Φέρνω φάρμακο σε κίτρινη σκόνη και περιποιούμαι την πληγή σου. Καλύτερα να το κρατούσα μέσα μου. Με μελαγχολείς.
Φωνάζω και τρομάζεις. Μου απαντάς με εκρηκτικά δυνατή φωνή. Σκέφτομαι, καλύτερα να σ αφήσω στην ησυχία σου.

Γράφω. Γιά την βροχή που πέφτει σε χοντρές σταγόνες, γιά την μεσημεριάτικη σιέστα με τον ουρανό μελαγχολικό, γιά το άρωμα που είχαν σήμερα οι φράουλες, τα κουκούτσια από τα κεράσια, που μάταια προσπάθησα να φωτογραφήσω κι εσύ γελούσες, κι εγώ γέλασα μετά με τον φόβο σου όταν με ρώτησες ''μπουμπουνητά είναι αυτά;''

Γιά την νεράιδα με τα στρας που ήρθε στο σπίτι μας νωρίς το απόγευμα, γιά το αεροπλάνο που δεν προσγειώθηκε, γιά το βιβλίο που ξεκίνησα κι αποδείχτηκε άλλη μιά φορά ''άρλεκιν'', γιά την σκόνη που κατάπια σήμερα, γιά τα λέπια του ψαριού που ήθελα να φωτογραφίσω σήμερα και πάλι γελούσες.. και ναι, τελικά θα πάω να ψηφίσω, μπορώ αλλιώς;

Μ αρέσει όταν γελάς, και πιό πολύ μ αρέσει που όταν μιλάς γιά μένα το πρόσωπο σου ομορφαίνει. Μ αρέσει που με δέχεσαι όπως είμαι. Που δε ζητάς. Που δε πιέζεις.

Θα ήθελα να φτιάξω το σπιτάκι μου θεατρικό. Κουκλίστικο σα την ''σκηνή'' που πήγαμε προχθές. Τι όμορφη που ήταν! Λίγες καρεκλίτσες κι ένα υποτυπώδες σκηνικό αλλά όλα άψογα. Αρτίστικο περιβάλλον. Έτσι..
Η βροχή συνήθως ακολουθεί το μέσα μου. Είναι λύτρωση. Ξεκαθάρισμα.

Πάω να στεγνώσω τα καινούργια μου βρεγμένα παπούτσια. Θα τα μπουκώσω με χαρτί από παλιές εφημερίδες, εικόνες και κείμενα παλιά και ξυνισμένα. Πάντα σου έλεγα πως θα έρθει η στιγμή που θα αποκτήσουν χρησιμότητα.
Μαλώνουμε γιά το τι θα δούμε στην τηλεόραση. Εγώ απεχθάνομαι το δελτίο ειδήσεων κι εσύ με ρωτάς τι ζητάω εγώ σε μαγειρικά παιχνίδια.
Μ αρέσει να ονειρεύομαι ό,τι δεν μπορώ να αγγίξω..
Μ αρέσει να μου κάνεις τα χατήρια, να κερδίζω εγώ..

Monday, June 01, 2009

ο Μήτσος


Την συνάντησα, γιά πρώτη φορά, σε ένα μπλε, όχι αλμυρού, αλλά γλυκού νερού.
Ήταν στα αποδυτήρια, μαζί με μία άλλη, Σεπτέμβρης ήταν ακόμη, εκείνη την ημέρα έμαθα και των δύο τα ονόματα, όχι από ενδιαφέρον, μα από περιέργεια, πιστεύοντας πως η μία εκ των δύο ήταν παλιά γνωστή.

Μου είπαν τα ονόματα τους, ημίγυμνες, τυλιγμένες η κάθε μιά με μία πετσέτα με την φυσική δειλία της συνομιλίας μεταξύ αγνώστων. Ευτυχώς, τα ονόματα τους δε μου θύμιζαν τίποτα. Χαμογέλασα ψεύτικα, και συνέχισα να κάνω την δουλειά μου. Ήταν πολύ μεγαλύτερες μου, τόσο που θα μπορούσα να τις αγνοώ, να περνάω απαρατήρητη από δίπλα τους και να τις παρακολουθώ χωρίς τύψεις.
Ήταν χοντρούλα, αρκετά θα έλεγα, και ψηλή. Χορταστική, ηλικιωμένη, κλασσική γυναίκα.
Με ένα διαρκές μειδίαμα και μιά γλύκα να υπογραμμίζει τα βλέφαρα. Ήταν τόσο ευδιάθετη πάντα, που άρχισα να υποψιάζομαι πως είχε την ανάγκη να είναι αρεστή.
Φορούσε ένα λαστιχωτό σκουφάκι σε γαλάζιο χρώμα, σαν αυτό που φορούν οι μαγείρισες σε ταινίες εποχής, μέσα στο νερό, και οι κινήσεις της, ήταν, αυτή την εντύπωση μου έδινε, αργές και βαριές.
Παρ όλα αυτά, περπατούσε δυσανάλογα με το βάρος της, ελαφριά και χαριτωμένα, και φορούσε μακριές φούστες που αγκάλιαζαν το λιπώδες κορμί της, κι άφηναν έναν αέρα πίσω της. Βαφόταν στο καθρέφτη, και δεν έφευγε αν δεν είχε φτιάξει πρώτα τα μαλλιά της με σεσουάρ και στρόγγυλη βούρτσα.
Ανάμεσα από τα πολύ λεπτά της χείλη, η φωνή της θαρρείς έβγαινε ραντισμένη με σταγόνες από μέλι.

Ορκιζόμουν, πως ζούσε μόνη, κι όλο αυτό, ήταν μιά ευκαιρία να κάνει πράγματα γιά τον εαυτό της, ενώ την κοιτούσαν τόσα άτομα.
Κάτι γιά να σπάει την μοναξιά και την μονοτονία της δηλαδή.
Προχθές μου παραπονέθηκε, πως είχε ένα ραντεβού σε ακατάλληλη ώρα που την πίεζε, φίλες σκέφτηκα, ή κανένας γκόμενος.. συγκεκριμένα είπα ''γεροντοέρωτας'' και γέλασα κάτω από τα ανύπαρκτα μουστάκια μου.

Σήμερα την άκουσα να λέει..
''Όταν λείπω, ο άντρας μου μου τηλεφωνεί, και μου λέει, αν περνάς καλά ρε Μήτσο μείνε λίγο ακόμη''
Γύρισα και την κοίταξα με απορία.
''Μήτσο;;'' ρώτησα, ήξερα πως την έλεγαν Δήμητρα, κατάλαβα..
''Ναι, μου χαμογέλασε προβάλοντας μία οδοντοστοιχία από μικρά δόντια, με τον άντρα μου, είμαστε μαζί κοντά στα πενήντα χρόνια, από φοιτητές.''
''Έχεις σπουδάσει;'' ρώτησα.
''Ναι, φιλόλογος είμαι'' μου απάντησε.. και χάθηκε στο νερό..

Wednesday, May 27, 2009

θάλασσα υπό δοκιμή

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια την θάλασσα..

υ.γ. στην πραγματικότητα την έχω βάψει πρασινογάλαζη, σχεδόν τυρκουάζ θα έλεγα, αλλά δυστυχώς η ψηφιακή δεν ακολούθησε αυτό που έβλεπε, αυτή την φορά. (Ήθελε καλόπιασμα μάλλον :) )

Sunday, May 24, 2009

θεσσαλονίκη

πόσο περισσότερο μπορώ να αγαπήσω..

το κάθε βήμα μου.
που ακολουθεί την δική σου, ερωτική ανάσα.. ;;;

υ.γ. η φωτό από από μιά Μαγιάτικη απογευματινή βόλτα.. εδώ..

Friday, May 22, 2009

κόκκινο

Όταν το χρώμα ξεχύνεται από την ψηφιακή και τρυπώνει παντού.

Σαν τους δικούς σου ψίθυρους..


υ.γ. η φωτό από τα κεράσια που έκρυψα σήμερα το πρωί στο ψυγείο μου..

Thursday, May 21, 2009

κλεμμένο γέλιο

Αφήνει τον ήλιο να την ξυπνήσει με το κλεμμένο ''από εκείνον'' γέλιο του.
Λειώνει σα βούτυρο τα μάγουλα της στο χάδι του.

Συνεπαρμένη από τις μαλαγανιές της νύχτας, ρουφάει την μυρωδιά του στα λευκά σεντόνια. Ψηλαφεί την γούβα στο μαξιλάρι με το δαντελωτό τελείωμα.
Τα χείλη της αλμυρά από τον ιδρώτα του. Στο στόμα της τα δάχτυλα του να ζυγιάζονται ένα ένα, κι όλα μαζί.
.
Το αγαπημένο του τραγούδι σε διαρκή επανάληψη. Στροβιλίζει το μυαλό, κατακτά το χώρο, τα πάντα.
Αποτσίγαρα στο τασάκι και παραδίπλα ένα πακέτο γράμματα. Σημάδια από κόκκινο κραγιόν.

Στα δάχτυλα τυλιγμένη βελούδινη κορδέλλα σε χρώμα κίτρινο κροκί.
Κουβέντες ατέλειωτες, και το πρόσωπο του παιδικό να καθρεφτίζεται στα μισόκλειστα της μάτια.
Λέξεις ανείπωτες και λέξεις χιλιοειπωμένες. Βουλώνει τα αυτιά με τα δαχτυλάκια. Να μην ακούει, να μην νοιώθει.
Στα χέρια της κάνουν βόλτες ακόμη οι μπούκλες του. Ορέγεται το δέρμα, το άγγιγμα, το φως.

Το δυνατό φως βίαια ξεκλειδώνει τα τσιμπλιασμένα βλέφαρα της. Γελάει, γελάει με το γέλιο του.
Γέλιο τόσου δα παιδιού.
Οι γρίλιες την προστατεύουν, από δόσιμο ολοκληρωτικό. Το νερό από βραδίς αφημένο δίπλα της, σκεπασμένο με λευκό πανάκι, να υγραίνει τα δύσκολα όνειρα.

Με τις άκρες των ποδιών, ψυθιρίζει στα τελειώματα των σεντονιών, τα λόγια του τραγουδιού. Τους μιλάει γιά το φως.

Μέσα από την την δική του απουσία πόσο τον έχει αγαπήσει αυτόν τον κλέφτη ήλιο.

Wednesday, May 20, 2009

στο ημερολόγιο μου


Yποσχέσεις, λόγια, υποσχέσεις.. όχι δεν ξεχνώ ό,τι σου έταζα.
Κι αυτά που μου έδωσες πολύ περισσότερα, δεν αντιλέγω. Δέχομαι, παραδέχομαι, το χέρι που μου 'δωσες ήταν ζεστό, τα δάχτυλα σου είχαν κουμπώσει τρυφερά με τα δικά μου, αλήθεια πόσο ανάγκη το είχα!

Μόνο να, έτσι καθώς εσύ με ζέσταινες εγώ λεπτό με λεπτό έστρεφα το βλέμμα αλλού, έφευγα, το ένοιωθες και μου παραπονιόσουν, τα μάτια σου είχαν σκοτεινιάσει σαν σύννεφα πριν τη βροχή.
Προσπάθησα, κι ακόμη το παλεύω πίστεψε με..
Μα οι σχέσεις δεν θέλουν αγώνα, οι σχέσεις είναι αυτό το ''κλικ''που σε φέρνει κοντά στον άλλο αυθόρμητα, δίχως τον παραμικρό κόπο.
Έβλεπα τα μάτια σου κι έσφιγγα το χέρι μου στο δικό σου πιό πολύ. Έκανα την αγκαλιά μου τρυφερότερη, μ ά τ α ι α..
Άλλωστε, δεν είμαστε πιά οι δυό μας. Αυτάρεσκα, αφήσαμε τόσο κόσμο ανάμεσα μας. Σε έδωσα απλόχερα. Δεν ήθελες. Σε πρόδωσα..

Ζήτησα χρόνο, μου τον έδωσες..
Γύρισα πολλές φορές, ξύπνησα στο κρεββάτι σου, γεύτηκα τον έρωτα σου, μ ά τ α ι α..
Νιώθω έναν αργό θάνατο να μας τυλίγει, σαν ένα μεγάλο μπουκέτο τριαντάφυλλα, κομμένο από καιρό, γυρισμένο ανάποδα στον ήλιο. Αν αγγίξω τα πέταλα σου, θα σκορπίσουν στο χώμα, αν με αγγίξεις, θα σπάσω..

Φοβάμαι πως μερικές φορές, δεν είναι που περιμένουμε πολλά από τους άλλους, είναι που εμείς δεν μπορούμε να φτάσουμε τα όσα ονειρευτήκαμε.
Αδειάζουμε στην πορεία, μας κουράζει και μόνο η σκέψη, αδυνατούμε γιά το τέλειο, και δεν συμβιβαζόμαστε με το μέτριο.
Ή και κάτω του μετρίου.
Αν φύγω, με μιάς όλα θα χαθούν, μα προτιμώ να σ έχω.
Κουράστηκα να παλεύω γιά το καλύτερο, το τέλειο. Υπάρχει; Μπορεί ένας άνθρωπος να ανήκει μόνο εκεί; Παλάτια να του χτίσεις, αγγέλους να κατεβάσεις δεν τον κρατάς κοντά σου.

Θα μείνω, θα μείνω σου λέω, κι ας μην είναι όπως ήταν τίποτα πιά.
Κι ας σκορπιέμαι από δω κι από κεί. Κι ας είναι οι ανάσες βαριές. Κι οι κινήσεις κουρασμένες.
Μη μου παραπονιέσαι, σημασία έχει πως είμαι και εδώ.

Αλλιώς, στάχτη.. αλοίμονο..

Tuesday, May 19, 2009

άραγε τι;

Kάποτε, η έμπνευση ήταν ένα καπέλλο από τριαντάφυλλα.
Πατούσα το κουμπάκι που γράφει με κεφαλαία αγγλικά ''POST'', σκορπούσα τα τριαντάφυλλα δεξιά κι αριστερά στα μακριά μου μαλλιά κι αυτό ήταν όλο.
Σήμερα, πέρασα τα δάχτυλα μου ανάμεσα κι ανακάλυψα υγρές φωλιές γεμάτες ζουζούνια, αράχνες και μαυρομπάμπουρες που μάταια ψάχνουν γιά λίγη δροσιά. Ζέστη Μαγιάτικη και υγρασία μαζί.

Στο πάτωμα σπασμένα γυαλιά και ανάσες αγγέλων. Μαζεύω δυό ζευγάρια φτερά με τα δάχτυλα των ποδιών μου και τα φυλάω σε χάρτινα κουτιά. Μαζί κι ότι έχει περισσέψει από ένα παρελθόν τόσο στεγνό όσο και αποστασιοποιημένο.

Σε ρώτησα, αν σου έδινα το δικαίωμα, τι χάρη θα μου ζητούσες, κι είπες, μιά μεγάααλη σφιχτή αγκαλιά!
Αυτό ήταν μόνο;
Ναι, μιά αγκαλιά μπορεί να είναι το ΟΛΑ ή ΤΙΠΟΤΑ, μα ξέρω πως το μέσα μου είναι άδειο, άρα τίποτα, άρα..

Θέλω να βγάλω εκείνες τις φωτογραφίες που σου 'λεγα, σ εκείνο το μέρος που είναι απλωμένο σε μιά γαλάζια μυστική θάλασσα. Θέλω να λοιώσει στο μάγουλο μου ένας ήλιος σε χρώμα πορτοκαλί, μετά να αγγίξει το δικό σου και μετά να σου δώσω την αγκαλιά που ζήτησες.

Ύστερα, με τις χούφτες μου να φέρω στα χείλια μου από το νερό της θάλασσας, να πιώ και να ξεχάσω..

Sunday, May 17, 2009

εν ολύμπω ''μπουρανί''

Η βόλτα στον Όλυμπο ήταν ένα όνειρο.
Η θάλασσα κάτω χαμηλά, χαμένη σε μιά όμορφη ομίχλη. Το βουνό λουσμένο στον ήλιο και καταπράσινο. Οι πιό ψηλές κορυφές του σκεπασμένες με χιόνι.

Που θα φάμε; πάμε στο φαράγγι του Ενιπέα;
Η ταβέρνα του συνεταιρισμού των γυναικών ήταν γεμάτη κόσμο. Τραπέζι πουθενά. Μήπως μέσα; Στο εσωτερικό του μαγαζιού όλα ανάστατα, αφού τα περισσότερα τραπέζια κι οι καρέκλες είχαν μεταφερθεί έξω.
Που θα φάμε;

Με βαριά καρδιά, πήγαμε στο γνωστό, χρόνια τώρα, μα αρκετά τουριστικό πλέον γιά τα γούστα μας εξ ου και ο όρκος πως δεν θα ξαναπηγαίναμε ποτέ. Στην κεντρική πλατεία του κατά τα άλλα πανέμορφου Λιτόχωρου.

Καθόμαστε με όλη την καλή διάθεση και μάλιστα σε τραπεζάκι με εξαιρετική θέα τουλάχιστον από την δική μου πλευρά.

Τι θα πάρουμε; χαζεύουμε τον κατάλογο. Ο σερβιτόρος ευγενικότατος.
Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τα κρεατικά, προβληματίζομαι, σκέφτομαι, θυμάμαι.
-Μπουρανί, του λέω, έχετε μπουρανί;
-Βεβαίως και έχουμε μου απαντά.
-Ναι, μόνο να, ξέρετε, την προηγούμενη φορά που το έφαγα εδώ, ήταν νόστιμο μεν, αλλά ένα κάτι σαν κρούτσου κρούτσου με συνόδευε στην κάθε μπουκιά.
-Βεβαίως, με κοίταξε συνωμοτικά, ο ευγενικότατος σερβιτόρος, βεβαίως και εντοπίσαμε το πρόβλημα μας και τώρα πιά το σερβίρουμε άψογο.

Ήρθαν οι κόκα κόλες, η σαλάτα μιά απλή ντοματοσαλάτα, ένα πιάτο ιδιαίτερο αν και λίγο βαρύ, με ρεβύθια, μανιτάρια και μία σως σαν βελούδινη σούπα και ένα τεράστιο πιάτο, με ένα κατασκεύασμα αγνώστου όψεως κατ αρχήν, ωστόσο γνωστής ονομασίας μετέπειτα.

Ήταν το ''μπουρανί''.
Κοιτάω τον σερβιτόρο, ο οποίος κοιτά ευγενικά τον ουρανό.
Δεν θέλω να το πιστέψω, επαναλαμβάνω επίσης ευγενικά κι εγώ.
-Μα δεν είναι ''μπουρανί'' αυτό, του λέω, δεν είναι αυτό που είχα φάει την προηγούμενη φορά, αυτό είναι μανιταρόσουπα και μάλιστα μου προκαλούσε απέχθεια και μόνο με την μυρωδιά.
-Όχι κυρία, είναι ''μπουρανί'', ή τέλος πάντων αυτό ονομάζουμε εμείς ''μπουρανί'', αυτό ζητήσατε, οφείλετε να το φάτε.

Δεν είναι που είμαι ευγενικό άτομο, είναι που όταν δεν είμαι απόλυτα σίγουρη, δεν μιλάω, δεν επιμένω, οπότε είπα μέσα μου, Στέλλα δικό σου το λάθος, εκεί που έχεις φτύσει εδώ και καιρό, δεν ξαναπατάς, δεν θα το φας, θα μείνεις νηστική, θα το πληρώσεις, αλλά σ αυτό το μαγαζί δεν θα ξαναέρθεις.

Ένα χαρακτηριστικό αυτού του νόστιμου πιάτου, όπως φαίνεται και στην φωτογραφία, (μόλις επέστρεψα στο σπίτι, έψαξα την συνταγή στο διαδίκτυο) είναι η μπόλικη ντομάτα, ίσως ενισχυμένη και με λίγο ντοματοπελτέ.
Καμμία σχέση.
Το πιάτο που είχα μπροστά μου ήταν ολόλευκο, ωσάν νυφούλα και μέσα από την σχεδόν σαν σούπα λευκή σάλτσα του, ψάρευες μανιτάρια, ρύζι επίσης λευκό και μυρωδικά, υπέρ του δέοντος βαριά.
Το πιάτο έμεινε ανέγγιχτο, και το πληρώσαμε 13,5 ολόκληρα ευρώ. Ναι, την μανιταρόσουπα παρακαλώ.
Τώρα εγώ πως να το εξηγήσω;
Μάλλον δεν θα είχε κίνηση σήμερα το μαγαζί, και σου λέει, ''μπουρανί'' ζητήσατε κυρία μου, θα σας φτιάξουμε ένα πιάτο με ότι μας βρίσκεται στο πι και φι και θα το ονομάσουμε ''μπουρανί''. Αν μπορείτε κάνετε κι αλλιώς.
50 ευρώ ολόκληρα ο λογαριασμός, γιά δύο άτομα, γιατί ναι, πήραμε κι ένα μπιφτέκι, πεινούσαμε οι άνθρωποι.

Συμπέρασμα;
Αν ποτέ, που σας το εύχομαι γιατί αξίζει τον κόπο, βρεθείτε προς το Λιτόχωρο, ανεβείτε στον Όλυμπο, αλλά μη φάτε στο χωριό.

Αν θέλετε, μπορείτε να μου στείλετε e-mail, γιά να σας πω το όνομα του συγκεκριμένου εστιατορίου προς αποφυγή λανθασμένων κινήσεων.

την συνταγή, μπορείτε να την βρείτε εδώ, ίσως την δει και ο υπεύθυνος του μαγαζιού.. ποιός ξέρει..

Tuesday, May 12, 2009

κάθε απόγευμα

Aπό όλες τις ώρες της ημέρας, περιμένω εκείνες τις απογευματινές, όπου πλένω κάτω από δροσερό νερό, τις φράουλες που θα σου βάλω στο πιάτο, με δυό γεμάτες κουταλιές ζάχαρη.

Κάνω πως τις βλέπω, πως διαλέγω μία μία προσεκτικά, μα στην πραγματικότητα δουλεύει μόνο η αφή, μιά που τα μάτια μου, ακριβώς εκείνη την στιγμή, θαμπώνουν λουσμένα από το φως του ήλιου που έχει γυρίσει δυτικά.

Κατεβάζω ελάχιστα το παντζούρι, ίσα γιά να μπορέσω να δω καθαρά, την άκρη της γλώσσας σου να ξεκολλάει την ζάχαρη από τα κοκκινισμένα χείλια σου.

την φωτο την βρήκα εδώ

Sunday, May 10, 2009

πανάθεμα..

Mέρα κατακόκκινη. Να λειώνει το μεσημεράκι σ ένα ήλιο καφτό. Ξύλινο τραπέζι, πάνινη ομπρέλλα κι ο καφές ένα παγωμένο νεροζούμι. Αποτσίγαρα σβησμένα με νερό.

Χαρτιά στο χέρι, κι ο ρόλος επανάληψη της γλώσσας και του νου. Το στόμα να τσαλακώνει το καλαμάκι. Οι σκέψεις σάλιο να υγραίνουν και να στεγνώνουν τον ουρανίσκο.
-Πότε ξεκίνησε όλο αυτό; διαβάζει..
-Πότε άρχισε αυτή η ιστορία; επαναλαμβάνει.
-Πως έγιναν όλα; σκέφτεται.

Η μνήμη την κοροιδεύει. Ο χρόνος την έχει κερδίσει σε μία άνιση παρτίδα σκάκι. Το σήμερα, το χθες μπαλώνουν τρύπες στο μυαλό της.
- Μιά αρρώστεια τα ξεκίνησε όλα σκέφτεται. Αρρώστεια του νου. Αρρώστεια των αισθήσεων.

Πανάθεμα !!!

Ένας άνθρωπος με μαθηματικό μυαλό, απλά θα ρωτούσε την χρονολογία.
-Πότε έγιναν όλα αυτά;
1997..
θα κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι κι έπειτα θα έφευγε δίχως κανένα ερωτηματικό να τον βασανίζει..

Μία σειρά αριθμών ΟΛΑ σκέφτεται.. όλα..
μέχρι το τέλος !!!

Sunday, May 03, 2009

τσιγάρο

Mε το που έκλεινα την πόρτα, μπαίνοντας στο μικρό seatάκι, βαμμένο σ εκείνο το πορτοκαλοκόκκινο χρώμα της εποχής, μου έδινες το πακέτο.
''Άναψέ μου ένα τσιγάρο''
Ψαχούλευα το μαλακό REX, άναβα, τραβούσα και το έβαζα στο στόμα σου.
Έτσι σε θυμάμαι. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλια, το φραπεδάκι νερομπούμπλι και το τασάκι πάντα καθαρό γιατί η μυρωδιά από τα αποτσίγαρα σε ενοχλούσε.

Χρόνια μετά σε αναγνώριζα από την κομμένη ανάσα σου, τον βήχα, τις χαμηλές αντοχές. Ένα πακέτο την ημέρα μου έλεγες. Άρχισα να κρύβω αγορασμένα κουτιά και σταχτοδοχεία, φοβόμουν βλέπεις μη σε χάσω. Σ έβαζα να δώσεις όρκο πως θα το κόψεις.

Πολύ πολύ αργότερα, η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα.

Τότε άρχισα να καπνίζω εγώ. Όχι πολλά, 2-3 την μέρα, με το καφέ στο σπίτι, με τον καφέ έξω, λίγα περισσότερα όταν είμαι με παρέα.
Σε ένα μήνα θα μου λείψει αυτή η πολυτέλεια. Δεν ξέρω εάν μου αρέσουν αυτά τα μέτρα. Ή μάλλον όχι. Δεν μου αρέσουν. Το βρίσκω υπερβολή, καταπίεση.
Ας ήταν τουλάχιστον να έχεις το δικαίωμα του ενός. Θα με βόλευε.
Διαφορετικά, καφές χωρίς τσιγάρο στο χέρι δε λέει.

Προτιμώ φραπεδάκι στo δρόμο, στην παραλία και την ελευθερία μου..