
Tην γνώρισα όταν είχα κλείσει τα πέντε.Όσο μπορώ να υπολογίσω ήταν δεν ήταν 48 χρονών.Ούτε όμορφη,ούτε άσχημη,το ύψος της δεν ξεπερνούσε το 1.55.Συντηρητικά καλοντυμένη,όσο επέτρεπαν οι συνθήκες και η φτώχεια της εποχής.Τα μαλλιά της,λεπτά,μεταξωτά,μαζεμένα πάντα πίσω στον αυχένα,χτενισμένα προσεκτικά σε μια αδύνατη πλεξίδα,που την στριφογύριζε πολλές φορές σ ένα σφιχτοδεμένο,μικρό κότσο.Ήρεμη,άβουλη,με τον φόβο του κόσμου φωλιασμένο στην ψυχή,βήματα περιοσμένα σ ένα τόπο με 80 κατοίκους όλο κι όλο,όπου οι νέοι ταξίδευαν συνεχώς και οι γέροι στέκονταν πίσω να περιμένουν.
Πενήντα βήματα μετρημένα με τα μικρά της ποδαράκια,ως τον καφενέ τους κι άλλα πενήντα για την επιστροφή στο σπίτι,πλινθόχτιστα και τα δύο.
Σε γειτόνισσες δεν πήγαινε,φοβόταν το τι θα πουν,πώς θα το πουν,όλα τα μετρούσε,στη λίμνη δεν κατέβαινε ποτέ,ήταν αντρίκιες περπατησιές αυτές,και στο καφενείο τους,μόνο μετά από τις προσταγές του άντρα προστάτη της.Φέρε αυτό,φέρε εκείνο,μόλις χρειαζόταν κάτι,μόνο σπάνιο που δεν ήταν αυτό,άνοιγε την πίσω πόρτα του μαγαζιού,που έβλεπε προς το σπίτι,στεκόταν εκεί ανάμεσα στα δοκάρια,επιβλητικός και φώναζε..
-Δόμναααα…..πάγοοο…..
-Δόμναααα…..τα ψάριαααα….
Κι έτρεχε η κυρα Δόμνα να αντικαταστήσει τον πάγο στην παγωνιέρα,να βάλει τα ψάρια στη σάλτσα,νερό στο μουσλούκι κι έπλενε ένα ένα τα φλυτζάνια του καφέ,τα ποτήρια του κρασιού,τα ποτηράκια του ούζου,όλα με τα δαχτυλάκια της,κι ό,τι είχε απομείνει από τα τραγουδάκια και τους αναστεναγμούς,πρόσθετε κι ένα αχ δικό της κι έτσι με υγρά μάτια περνούσαν τα μεσημέρια ,μ εκείνο το σφίξιμο στο στόμα που δήλωνε πως έκανε αυτό που πρέπει.Κι ήταν εκείνες τις στιγμές που την εύρισκα μπόσικη,να ζητήσω μια γκαζόζα,μια λεμονάδα,ανάλογα με την δίψα μου,μια τσιχλόφουσκα απλή τυλιγμένη σα καραμέλα,ολόχρυση σε σχήμα λίρας ή την πιο μοντέρνα σε σχήμα τσιγάρου.
Ήταν ένας άνθρωπος πράος,κοπλιμέντα και υπερβολές δεν άκουγες,ούτε κακίες και κοτσομπολιά,σιωπηλή και μαζεμένη,μοναχική,μ ένα βελονάκι ανάμεσα στα τρία δάχτυλα κι ένα βαμβακερό κουβάρι να σέρνεται από δίπλα για τις δαντέλλες και τις ομορφιές,με τέσσερα παιδιά και οκτώ εγγόνια μαζεμένα γύρω της καλοκαίρι,χριστούγεννα και πάσχα,μέσα σ αυτά κι εγώ.
Στην αυλή ,είχε λουλούδια πολλά,που τα φρόντιζε,σκάλιζε,πότιζε συχνά,δεν τα έκοβε ποτέ,εκτός από τις πασχαλιές που γέμιζαν τα βάζα κάθε χρόνο σε χρώματα λιλά,δυό γάτες και δυό σκύλους.
Εκείνο το καλοκαίρι,η μία η γάτα,η κατάλευκη με ουρά χαδιάρα και ράχη βουτηγμένη στο πείσμα,περίμενε γατάκια.Φούσκωνε και ξαναφούσκωνε,μαζί μ αυτήν,περίμενα κι εγώ,τα σκεφτόμουν,τα ονειρευόμουν κάθε νύχτα τα είχα στη αγκαλιά μου με το νου και κάθε που ξυπνούσα έτρεχα να δω μήπως και συνέβη το πολυπόθητο γεγονός.
Τα γατάκια ήταν τρία και άσχημα,μικροσκοπικά,τυφλά,με κατσιασμένο αλλά λευκό τρίχωμα κι ασάλευτα.Ήταν ακόμη μωρά μου εξήγησε και ησύχασα.Το πρώτο πρωινό,γιατί δεύτερο δεν υπήρχαν.Ξαφνικά χάθηκαν.Τα ζητούσα απελπισμένα.
Σιγά σιγά μου αποκάλυψε την αλήθεια.
Με πήρε από το χέρι και πήγαμε να μου δείξει.Είδα μια χαρτοσακούλα καφετιά,πολλές φορές διπλωμένη,και τα γατάκια μέσα..άρχισα να κλαίω,να την φωνάζω,να μη πιστεύω στη σκληράδα της.Έκλαιγα και τη χτυπούσα,την κλοτσούσα σα να ήθελα να πονέσει περισσότερο από μένα,περισσότερο από τα γατιά που εξ αιτίας της δεν θα έβλεπαν ποτέ το φως.Μου εξήγησε κοφτά,πως δεν ήταν δυνατόν να κρατάει όλα τα μωρά που γεννούσαν οι γάτες του σπιτιού.
Κρυφά,μετά από λίγες ώρες πήγα να τα σώσω κι ας φοβόμουν μόνη.Αλλά δεν πρόλαβα.
Έπεσα στο κρεββάτι με πυρετό.Κι ο πυρετός έφερε παραλήρημα.
Ήταν η εποχή που κατάλαβα πως ο κάθε άνθρωπος έχει μέσα του και το καλό και το κακό.Το καθένα για τον λόγο του.