
Kόλλησε τα μάτια του στο τζάμι της βιτρίνας των παιχνιδιών.Τραινάκια μεταλικά και ξύλινα,ο μικρός πρίγκηπας σε σετ γραφείου,χρωματιστά κουτιά με επιτραπέζια,ένας κόκκινος καρυοθραύστης με μεγάλα ζωγραφιστά δόντια,,η πρόσοψη ενός μαγαζιού σε μικρογραφία,και μία πυροσβεστική αντλία μ ένα φωτάκι που αναβόσβηνε σε τακτά χρονικά διαστήματα.Προβληματίστηκε ανάμεσα σε μία κούκλα μ ένα στοματάκι που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από ένα πραγματικό μωρό,και σε ένα πρωτότυπο κουκλόσπιτο σε σχήμα τσαγιέρας,χρώματος ροζ,που άνοιγε δεξιά και αριστερά και φανέρωνε λιλιπούτεια δωματιάκια,επιπλάκια και μικροσκοπικά ανθρωπάκια που αποτελούσαν ολόκληρη οικογένεια..μαμά,μπαμπάς,παιδάκια!
Μπήκε μέσα και ζήτησε την τσαγιέρα.Η υπάλληλος του καταστήματος,άνοιξε ένα ολοκαίνουργιο κουτί,κι έβγαλε ένα σωρό κομμάτια ένα ένα από τα σελοφάν που ήταν προσεκτικά τυλιγμένα. -Θα την αγοράσω είπε,κι έβγαλε από την τσέπη του ένα εκατονπενηντάρι ευρώ!
Η υπάλληλος ξαντοποθέτησε με υπομονή τα κομμάτια στο κουτί και το τύλιξε με μία τεράστια κόλλα χαρτί,σε χρώμα ασσορτί.
Θα είχε αυτός την Μυρτώ την πρωτοχρονιά,η μάνα της,η πρώην του, δεν άφηνε ευκαιρία να ξεφύγει γιά γλέντι και χαρτιά,η κατάλληλη στιγμή γιά αυτόν, δεν το έδειχνε,γκρίνιαξε με το που το κουβέντιασαν,έκανε πως δεν ήθελε,από μέσα του όμως μόνο αυτός ήξερε!
Παντρεύτηκαν από έρωτα,μα πόσο κρατάει και δαύτος,ούτε δυό χρόνια,τώρα γιά καλό θες,γιά κακό θες,ίσα που πρόλαβαν το παιδί!
Ένα σημείωμα στον καθρέφτη του μπάνιου,ένα 'φτάνει μέχρι εδώ',δεν αντέχω άλλο',φεύγουμε'κι όλα καπνός,κι ανάμνηση.Το ντουλαπάκι του μπάνιου άδειο από αρώματα και καλλυντικά,συρταριέρα,κρεμάστρες,όλα άδεια,πρόλαβε και τα μάζεψε η κυρία,το μελετούσε άραγε καιρό,κι αν ναι πόσο,αυτό τον έκαιγε,μόνο αυτό,τη ρώτησε στην πρώτη συνάντηση,να συζητήσουν γιά το παιδί,πόσο καιρό το φύλαγε μέσα της το σαράκι,απάντησε η σιωπή της γι αυτήν!!
Δύο χρόνων κοινή ζωή,κι ένα παιδί,το δικό του παιδί,συνοψισμένα σ ένα χαρτάκι σημειώσεων.Κι έπειτα..
Ότι απέμεινε ήταν η λαχτάρα του γιά το παιδί.Αυτή,η πρώην,το γνώριζε καλά κι όποτε περνούσε από το χέρι της,του το στερούσε,νάζια του έκανε,όλο κακίες κι απωθημένα.
-Ξέχασε το της είπε,μόλις του πρότεινε την πρωτοχρονιά να πάρει την μικρή.Το κόλπο έπιασε.Αυτή λύσσαξε.Και να πατέρας της είσαι,και να πρέπει να έχεις επαφή με το παιδί σου,και σκέψου το λίγο,και να κάνε μιά υποχώρηση. Κι αυτός να κρύβει την χαρά μέσα του!
Είχε δυό μήνες καιρό μέχρι την πρωτοχρονιά.Ήθελε να της διαλέξει πολλά πράγματα.Να φτιάξει μιά λίστα με τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις της.Είχε δει κι ένα υπέροχο βελούδινο φορεματάκι σε μιά βιτρίνα με παιδικά.Να ρωτούσε το νούμερό της. Να πήγαιναν και σ εκείνη την μεταγλωτισμένη ταινία του Disney.Nα της μαγειρέψει το αγαπημένο της φαγητό.Να στολίσει το σπίτι.Να αγοράσει ένα μικρό αληθινό χριστουγεννιάτικο δέντρο και να το γεμίσει μπάλες,αγγελάκια και ξωτικά.Να αγοράσει γλυκά..
Πάνω απ όλα όμως θα ζητούσε άδεια από την υπηρεσία.Αα όλα κι όλα όχι σαν πέρσι που είχε περάσει μέρες γιορτινές εκτελώντας το καθήκον!Φέτος,θα ήταν από τους πρώτους που θα ευχόταν στους υπόλοιπους καλή χρονιά και θα έφευγε!
Ναι ναι..όλα αυτά έπρεπε να τα κάνει. Να την δει να χαμογελάει ήθελε,να δει στα παιδικά ματάκια,αυτά τα ματάκια που ήταν τόσο ίδια με τα δικά του,πως τίποτα δεν της έχει λείψει! Να φεγγοβολούν σαν αστέρια που κατέβηκαν στην γη αυτό ήθελε!





