Αυτά τα μικρά, φτωχικά, εγκατελειμμένα σπίτια στο χωριό, που είναι τόσο άδεια μα συγχρόνως τόσο φορτωμένα από μνήμες χρόνων παιδικών και εφηβικών, μασκαρεμένα πρόσωπα, πληγωμένα γόνατα, κίτρινα και καρώ παντελόνια, γιαγιάδες με μαύρα ρούχα, κοντά στον έναν αιώνα ζωής που περίμεναν υπομονετικά, καθισμένες στα μπαλκόνια τις κυριακάτικες επισκέψεις, με τους χορταριασμένους τωρινούς κήπους που άλλοτε έσφιζαν από τριανταφυλλιές που τα πέταλα τους έδεναν με ζάχαρη και γίνονταν γλυκό στο βάζο για να υποδεχτεί τον κάθε μουσαφίρη, από σκουλαρικιές και πασχαλιές και βασιλικούς και κρίνους.
Αυτά τα σπίτια πόσα θα είχαν να πουν αν είχαν στόμα να μιλήσουν για τους ιδιοκτήτες τους, για τα παιδιά τους, για τα παιδιά των παιδιών κι ακόμη για τα δισέγγονα που έπαιξαν με το χώμα στις αυλές κάτω από τη σκιά της ακακίας.
Για τις ομορφιές, τις καλωσύνες, τα μαγειρέματα, τα ξεσκονίσματα, το πλύσιμο των κουρτινών, τα παλιά έπιπλα, τις ίντριγκες, τα μαλώματα, τους ανταγωνισμούς, το αλληλοφάγωμα, την πονηριά, τις ζήλειες.
Για τα γέλια που γέμιζαν κάθε χαραμάδα, έτρεχαν στους τοίχους, χώνονταν στις υδροροές κι έφταναν ψηλά και κάλυπταν όλη την κεραμμυδοσκεπή.
Για τις αρρώστειες που μοιραία το επισκέφτηκαν κι έφεραν θανάτους και απώλειες, για τους όποιους ανθρώπους του που πέρασαν, στάθηκαν κι έφυγαν δείχνοντας μας την αναντικατάστατη μοναδικότητα του τόπου, του χρόνου, των στιγμών.
Σπίτια που έμειναν μόνα από κληρονόμους ανίκανους να τα εκτιμήσουν κυρίως και να τα συντηρήσουν, από απογόνους ανίκανους να διαχειριστούν τα μικρά του πάγια έξοδα, πόσο μάλλον τα μεγάλα.
Σπίτια που τις νύχτες, πολλοί τα ακούν, βουτηγμένα στο σκοτάδι, να κλαίνε γοερά!