
Έτσι δεν κατάλαβε κανείς Αυτό που δεν Ήθελα να Καταλάβει. Αλλά εγώ το έγραψα, έτσι γιά να το βγάλω από μέσα μου, στην τελευταία άδεια σελίδα εκείνου του βιβλίου με το Ριγέ Εξώφυλλο. Τι όμορφο βιβλίο. Οι λέξεις του μπερδεύονται στα πόδια ενός Αγοριού με Ριγέ Πυτζάμα. Αυτό το αγόρι έχει μιά τεράστια καρδιά και ατελείωτα θέλω.
Σήμερα τα θέλω μου έκαναν την θάλασσα να γενοβολλάει γλάρους που τσιμπούσαν την καταχνιά, όπως στις Ταινίες του Αγγελόπουλου.
Μύριζε βερνίκι που ήθελε να σκεπάσει Οτιδήποτε Παλιό. Σα να χύθηκε μπογιά ξαφνικά σε όλα τα ιστιοφόρα, κι εγώ ήθελα να διαλέξω ένα και να Σηκώσω Πανιά γιά τη χώρα του Πήτερ Παν. Πάντα σκεφτόμουν πως γιά να το λες Εσύ Κάτι θα Ξέρεις.
Ο ήλιος, σε κοιτούσε, έδυε φοβισμένος, τον ρώτησα αν τον Είχαν Μαλώσει και μου απάντησε πως χθές ήταν Πανσέληνος. Κι εγώ που έχω δυό μήνες να Χαζέψω το Φεγγάρι του γύρισα απλά την πλάτη κι έφυγα.
Ο ηλικιωμένος κύριος που Έβαφε το Ιστιοφόρο μου φώναξε να προσέχω την ώρα που τον πλησίαζα για να μου διηγηθεί Ταξίδια Μακρινά.
Τον έχω δίπλα μου και μου μιλάει..
Πριν φύγω θα του πω τις δικές μου Ιστορίες του Σαββάτου. Ψιθυριστά να χαιδέψουν το Αυτί.