Τώρα, γλυκέ μου φίλε, η ψυχή σου τριγυρνάει στους αγαπημένους σου καταρράκτες που όταν τους πρωτοκοίταξες σκέφτηκες ''ο παράδεισος είναι εδώ''.
''Ενα φλιτζάνι καφές, ένα τσιγάρο που καπνίζεις και το άρωμά του σε διαπερνά, τα μάτια μισόκλειστα μέσα στο ημίφως του δωματίου... Δεν θέλω τίποτε άλλο από τη ζωή εκτός από τα όνειρά μου και αυτό... Λίγο είναι; Δεν ξέρω. Μήπως ξέρω τι είναι λίγο και τι πολύ;'' Φερνάντο Πεσσόα
Τώρα, γλυκέ μου φίλε, η ψυχή σου τριγυρνάει στους αγαπημένους σου καταρράκτες που όταν τους πρωτοκοίταξες σκέφτηκες ''ο παράδεισος είναι εδώ''.
Διάβασε μου, εκείνο το παραμύθι, με το βασιλιά, που ήταν τόσο λιχούδης ώστε έβαλε τους καλύυυυτερους ζαχαροπλάστες της χώρας να του φτιάξουν ένα παλάτι όοολο από παντεσπάνι και σοκολάτα και κρέμα σαντιγύ. Το έκανε αυτό, για να τα καταφέρει να αντισταθεί στον ίδιο του τον πειρασμό. Όμως τελικά, δεν τα κατάφερε. Έφαγε το ίδιο του το παλάτι! Κι όποιον γιατρό κι αν έφερε, για να τον κάνει καλά από τη βαρυστομαχιά, όλοι του έλεγαν το ίδιο πράγμα. Βασιλιά μου σε νίκησε η πλεονεξία σου. Σύντομα, ο βασιλιάς έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο. Βαρύς σαν πέτρα και γεμάτος ζάχαρη και σοκολάτα.
Τις Κυριακές, έκοβες στη μέση ένα λεμόνι, το γράπωνες με τα δυό κοφτερά σου δοντάκια, ρουφούσες το χυμό κι έκανες γκριμάτσες τινάζοντας το κεφάλι αριστερά και δεξιά. Φάε και κάτι άλλο, σου έλεγα, μαγείρευα κρέας με λαχανικά, έκοβα τα φρούτα σε κομμάτια, φάε να γίνεις μεγάλος και τρανός σου έλεγα κι εσύ έγλυφες τη λεμονόκουπα κι ό,τι σε μικροποσότητα άλειφα κρυφά επάνω του. Έτσι κι αλλιώς οι Κυριακές είναι ξινές μου είπες μια μέρα και τότε άρχισα να σου μαθαίνω τη γλύκα της ζωής χωρίς να βάζω ζάχαρη ή άλλου είδους γλυκαντικά. Σου έψηνα φέτες από ζυμωτό ψωμί κι άλειφα από πάνω τους τα ''σ'αγαπώ'' μου. Να, δοκίμασε ένα δικό μου νόστιμο σου έλεγα, δοκίμασε και μάθε, μάθε ν'αγαπάς
Μ' αρέσει πολύ, η στιγμή που πατάω το κουμπάκι του ''new post''. Μ' αρέσει που ψάχνω και βρίσκω φωτογραφίες από το διαδίκτυο που με ενθουσιάζουν. Μ' αρέσει που χρησιμοποιούσα, από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, αυτές τις δικές μου ''μαγικές'' στιγμές για να νιώθω ''εγώ''. Βαριέμαι πάρα πολύ εύκολα, πολλές φορές πιάνω πχ ένα βιβλίο και διαβάζω τρεις σελίδες και το αφήνω στην άκρη, πιάνω το πλεκτό μου, πλέκω τρείς σειρές και το αφήνω στην άκρη. Το ίδιο συμβαίνει με τα υφασμάτινα κολάζ, το κέντημα κι όλα όσα αγαπώ και αφήνω να με περιτριγυρίζουν. Αλλά όλα μαζί, αποτελούν την καθημερινότητα μου, και την κάνουν πιο απαλή και πιο γλυκιά. Και πιο υποφερτή. Μ' αυτά επιβιώνω, σκέφτομαι. Και με τις παρέες μου που τις θεωρώ ιδιαιτέρως μοναδικές και πολύτιμες στην ηλικία πια που βρίσκομαι. Είναι σύνδεση, είναι πολυφωνία, απόψεις και γνώμες, είναι η έστω μικρή επαφή με τις ζωές άλλων ανθρώπων κι έχει μια ουσία αυτό, έχει κάποιο σημαντικό λόγο που συμβαίνει. Είναι κι άλλα πολλά μέσα στη ζωή μου αλλά συνήθως δεν γράφω για αυτά, δεν τα μοιράζομαι, τα κρατάω για τον εαυτό μου.
Η καθημερινότητα, δεν σ' αφήνει για πολύ να χαίρεσαι με τη χαρά. Βρίσκει πάντα μα πάντα ένα τρόπο να έρθει και να τρυπώσει μέσα σου μια ιδέα αγωνίας και θλίψης, που θα κάνουν τα πόδια σου να πατήσουν τρέμοντας στο έδαφος, θα βρει ένα τρόπο να σε κάνει να κλάψεις, να στεναχωρηθείς, να γειωθείς με τρόπο στεγνό και σκληρό.
Κάποιες φορές το πρωινό της Κυριακής μπορεί να είναι πολύ όμορφο, όπως πχ όταν έχεις εξαιρετική παρέα. Μια Κυριακή που ξεκίνησε ηλιόλουστη και κατά το μεσημεράκι έγινε γκρίζα και συννεφιασμένη. Όμως σε κάποιες περιπτώσεις, το τελευταίο που σκέφτεσαι είναι ο καιρός.
Τώρα, γλυκέ μου φίλε, η ψυχή σου τριγυρνάει στους αγαπημένους σου καταρράκτες που όταν τους πρωτοκοίταξες σκέφτηκες ''ο παράδεισ...