Έφυγες κι εσύ, δεν πρόλαβες το χειμώνα, έφυγες σαν φύλλο φθινοπωρινό που το έριξε από το δέντρο ο άνεμος και το παρέσυρε η βροχή. Κάποτε σε έψαχνα σε κάθε σύννεφο και σε κάθε γαλανό ξέφωτο του ουρανού, τώρα σε ψάχνω στα κόκκινα φύλλα που σκορπίζουν χωρίς προορισμό. Πώς γίνεται ένας άνθρωπος που συγκινήθηκε από χίλιες δυό στιγμές, που αγάπησε, που αγαπήθηκε, που έπραξε, που δραστηριοποιήθηκε, που ακολουθήθηκε, πώς γίνεται να είναι τώρα σύννεφο, ή φύλλο, ή μια τρυφερή ανάμνηση;






