Wednesday, March 20, 2019

ελευθερία





Η Κ.  γράφει ποιήματα.  Γράφει παντού.  Στις φορμάικες των τραπεζιών,  στους ασβεστωμένους τοίχους,  στο γυαλί των παραθύρων,  στα φθαρμένα πατώματα.  Η  Κ.  μένει σε ένα διαμέρισμα ενός δωματίου στο κέντρο της πόλης.  Εκεί όπου μεταξύ Εγνατίας και Ολύμπου,  μπερδεύονται εθνικότητες,  ουσίες και φτώχεια.

Συχνά,  κάθεται πλάι στο παράθυρο.  Από εκεί,  της αρέσει να χαζεύει τα γειτονικά σπίτια.  Ζυγίζει κινήσεις,  ακούει κουβέντες,  μετράει τα απλωμένα ρούχα.  Αν τη ρωτήσεις,  θα σου πει πως τους γνωρίζει καλά έναν έναν.  Μπορεί και να σου πει πως είναι φίλοι της.  Η γριά κυρία του πρώτου,  η γυναίκα με τα τρία αγόρια του δεύτερου,  η μοδίστρα του τρίτου.  Καμμιά φορά τους συναντά στην είσοδο της οικοδομής.  Περνάει δίπλα τους σχεδόν απαρατήρητη.  Ποτέ κανείς δεν της έχει πει ''γειά σου,  τί κάνεις;''  ή ''καλημέρα σας,  πώς είστε;'',  ή έστω μια σκέτη,  τυπική ''καλημέρα''.

Αν ρωτήσεις την Κ.,  θα σου πει πως έχει πολλούς φίλους.  Όπως πχ οι γείτονες που αναφέρθηκαν νωρίτερα,  αλλά και οι άνθρωποι που συναντά στους μεγάλους δρόμους όπου κινείται για να αγοράσει τα απαραίτητα.  Ακόμη περισσότερο,   οι φωνές που κάνουν τον κόπο να της τηλεφωνήσουν για να της πουλήσουν πράγματα.   Ακόμη και όλα εκείνα τα μικροσκοπικά ονόματα,  που γέμιζαν τον βαρύ τηλεφωνικό κατάλογο,  όταν καμμιά φορά τον ξεφύλλιζε,  κι εκείνους όλους φίλους της τους ένιωθε.

Η Κ., γράφει ποιήματα.  Γράφει για τις ζωές που έχει στο μυαλό της.  Γράφει σε φέιγ βολάν που μαζεύει από τους δρόμους κι έπειτα τα επιστρέφει εκεί όπου τα βρήκε.
Πάνω από το κομοδίνο της,  υπάρχει πάντα αναμμένο ένα κόκκινο φωτάκι.  Δίπλα του,  η εικόνα μιας πανέμορφης παναγίας,  κληρονομιά από την μάνα της.  Κοιμάται νωρίς γιατί την νυστάζει το σκοτάδι.   Ξυπνάει από το χάραμα.

Η Κ.,  δεν έχει δεσμούς,  δεν έχει άντρα,  γκόμενο,  δεν έχει κάνει παιδιά.  Μια δουλειά είχε που της άρεσε.  Εκεί ήταν που  είχε δώσει ψυχή και σώμα.  Ώσπου μια μέρα,  της ανακοίνωσαν την απόλυση της.  Έμεινε μετέωρη!  Πού να πάει;  Τί μπορούσε πια να έχει ενδιαφέρον;

Τα νομίσματα στο πορτοφόλι της καθημερινά λιγοστεύουν.  Μαζί μ'  αυτά και η οποιαδήποτε αίσθηση ελευθερίας που ποτέ είχε. 
Αν έχεις δουλειά,  μπορείς να κάνεις όνειρα.  Ακόμη και να τα πραγματοποιήσεις.  Αυτό είναι ελευθερία!

Monday, March 18, 2019

Άμστελ





Μετά από μία πολύ κουραστική μέρα,  ένα ποτήρι μπύρα ίσως να ξεκουράσει το σώμα και την ψυχή μου.  Δίχως μια συνάντηση μαζί σου,  ένα άγγιγμα,  δυό κουβέντες,.
Μόνος και  σιωπηλά.
Κάποια λόγια θα τραβήξουν την προσοχή μου από τα γύρω τραπέζια.  Υπομονετικά,  θα προσπαθήσω να αποκρυπτογραφήσω τις λέξεις που θα φτάσουν ως τα αυτιά μου.  Όλο και κάποια πικάντικη ιστορία θα  ξετρυπώσω,  που φεύγοντας θα την πάρω μαζί μου,   συντροφιά στον ήρεμο ύπνο μου.

Friday, March 15, 2019

το τραίνο





Το έγραφε στον πίνακα αναχωρήσεων.  Δύο,  δυόμιση ώρες διαθέσιμες για να τελειώσουν όλα.   Να τελειώσουν.  Όλα!  Στην βαλιτσούλα της,  δυό μπλούζες,  πέντε βιβλία.  Άραξε στο κυλικείο του σταθμού.  Πήρε ένα σάντουιτς και μια πορτοκαλάδα.  Εδώ μέσα δεν υπάρχει περίπτωση να την αναζητήσει κανείς.  Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι έκανε λίγο πριν,  κανείς δεν μπορεί να ξέρει που βρίσκεται αυτή τη στιγμή.  Πόσο μάλλον για το προγραμματισμένο ταξίδι.  Άνοιξε την δερμάτινη τσάντα της και τράβηξε από μέσα ένα υφασμάτινο πορτοφολάκι.  Στη μακρόστενη θήκη του,  καμάρωσε το εισιτήριο.  Σε λίγο θα είναι μεσημέρι.  Το τραίνο φεύγει στις 4.5.  Σε κανέναν δεν θα λείψει.  Κανέναν δεν θα πεθυμήσει.  Ως που να προσαρμοστεί τουλάχιστον,  όσο θα καταγίνεται να φέρει στα μέτρα της την νέα της ζωή.  Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της,  σαν χαρούμενο τραγούδι,  ωδή προς το δικό της μέλλον.


Tuesday, March 12, 2019

Pink Peach Tree





Είναι Άνοιξη του 1888 ( Pink Peach Tree in Bloom, 1888 by Vincent Van Gogh) και οι άνθρωποι αντιγράφουν με τον ίδιο τρόπο τα ροζ άνθη της ροδακινιάς,  πατούν και καλλιεργούν την ίδια εύφορη γη και ερωτεύονται όπως και σήμερα, σκαλίζοντας τα ονόματα τους στους κορμούς των δέντρων.


/Οι άνθρωποι πάντοτε φωνάζουν ότι θέλουν να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Το μέλλον είναι ένα απαθές κενό. Το παρελθόν σφύζει από πρόθυμη ζωή. Το παρελθόν υπάρχει για να εκνευρίσει, να προκαλέσει, να μας βάλει σε πειρασμό να το καταστρέψουμε ή να το βάψουμε ξανά από την αρχή. Ο μόνος λόγος που οι άνθρωποι θέλουν να είναι κύριοι του μέλλοντος είναι για να αλλάξουν το παρελθόν./

Milan Kundera / Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης

Sunday, March 10, 2019

αμόλα καλούμπα








Είχε έναν χαρταετό κρυμμένο μέσα στο μυαλό της.
Σε κάθε περίπτωση που ένιωθε μόνη,  πιεσμένη,  εγκλωβισμένη,
ξετύλιγε το σκοινί κι αμόλαγε καλούμπα.



/Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός. 
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν 
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα 
τιμωρημένη ώρες και ώρες.
ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε 
-δεν ονειρευόμουν- 
ανέβαινε φοβόμουνα και μου άρεσε./

οδ. ελύτης /ο χαρταετός/

Friday, March 08, 2019

το κόλλημα







Είναι Πέμπτη βράδυ και είμαστε για μπύρες.  Εγώ,  η Α. και η Φ.
Το περιβάλλον είναι ατμοσφαιρικό μα θορυβώδες,  ωστόσο δεν μας ενοχλεί.
Πιάνουμε όμως θεματάκι που μας ενοχλεί και μας στενοχωρεί,  ευτυχώς ξεμπερδεύουμε μαζί του γρήγορα.  Πολλά άσχημα συμβαίνουν τελευταία,  πω πω πόσο λυπάμαι,  δύσκολη που είναι η ρημάδα η ζωή,  ναι αλλά και τόοοσο μικρή πετάγεται η Α.,  για αυτό πρέπει να τη ζήσουμε πετάγεται η Φ. και τσακ,  τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.

-Κορίτσια δεν σας είπα,  πετάγεται η Φ.
Ανοίγουμε το στόμα να, μαζί με την Α.  και χάσκοντας περιμένουμε.
-Έλα λέγε μας έσκασες.
Πίνει μια γουλιά μπύρα,  βουτάει το πάνω χείλος της στον πλούσιο αφρό,  γλύφεται.
 -Θα πάθετε πλάκα.
-Βρε άσε τι θα πάθουμε εμείς και λέγε τι έπαθες εσύ!

Η Φ.,  ανακάθισε στην θέση της,  στρώνοντας με τα όμορφα,  περιποιημένα χέρια της, την κατακόκκινη μπλούζα της και ένα μελαχροινό τσουλούφι που ξέφευγε από τα μαλλιά της.
-Είδα τον Ν.
Κομμένες ανάσες,  παύση,  κι έπειτα οι ερωτήσεις βροχή όλες μαζί.
-Πού τον είδες;
- Πώς ήταν;
-Μόνος ήταν;
-Μιλήσατε;

-Έντάξει,  θα σας πω,  σιγά σιγά όμως να πάρω και μια ανάσα.  Άρχισε να κρατσανίζει ένα πατατάκι.
Λοιπόν εντάξει,  είδα τον Ν. και ήταν σαν να μην πέρασε μία μέρα.  Χαμογελούσε,  ή μάλλον έλαμπε ολόκληρη,  έλαμπε περισσότερο κι από τη διάφανη χρυσαφένια μπύρα της.

Εδώ την ψιλιαστήκαμε με την Α.
-Τι εννοείς βρε Φ. μου πως ήταν σα να μην πέρασε μια μέρα;  Δέκα χρόνια έχεις να δεις τον Ν., θέλεις να πεις ότι μιλήσατε κανονικά;

-Τι κανονικά βρε κορίτσια;  Υπάρχει δλδ μιλάω με έναν άνθρωπο κανονικά και μιλάω ακανόνιστα;  Κατέβηκα στο κέντρο προχθές,  γινόταν χαμός και αναγκάστηκα να βάλω το αυτοκίνητο μου στο πάρκινγκ.  Ε λοιπόν,  βγαίνω από το αυτοκίνητο και τον βλέπω μπροστά μου.  Μέσα στο πάρκινγκ.  Ήταν ο Ν.  Με σάρκα και οστά.

Κοιταζόμαστε με την Α.
-Και;

-Κορίτσια τον αγαπάωωω!!!

-Γλυκιά μου Φ.!  Τί εννοείς τον αγαπάς;;;  Πώς κάνεις έτσι σαν μικρό παιδί (τον αγαπάωωω),  48 χρονών γαιδάρα!
-Ναί,  καλά τί ξέρετε από έρωτα εσείς! παραπονέθηκε περιπαιχτικά.
-Μα καλά εσύ δεν έλεγες πως τον ξέχασες;  Πως δεν είχες πια συναισθήματα για αυτόν;  Πως έφυγες,  πέρασαν τόσα χρόνια ρε Φ.,  έφυγες για να βρεις τον εαυτό σου και να κάνεις μια νέα αρχή,  και την έκανες!  Δέκα ολόκληρα χρόνια πριν!!!

Ανασκουμπώθηκε ενοχικά.
-Ναί,  αυτή είναι η αλήθεια.  Ή μάλλον ένα μέρος της αλήθειας.  Σωστότερα,  ήταν η αλήθεια μέχρι προχθές.  Πίστευα,  πως αφού δεν είχαμε ειδωθεί από καιρό,  πως αφού πέρασαν τόσα χρόνια,  θα είμασταν αδιάφοροι ο ένας απέναντι στον άλλον.  Ε λοιπόν διαψεύστηκα!  Αυτός,  προσποιήθηκε τον αδιάφορο,  εγώ όμως δεν τα κατάφερα.  Ξέρετε τώρα πως συμπεριφέρομαι όταν στρεσάρομαι.  Άρχισε να χτυπάει δυνατά η καρδιά μου,  έχασα τα λόγια μου από την αμηχανία μου,  έχασα κάθε έλεγχο.

-Μα τι λες;  Προσποιήθηκε τον αδιάφορο;  Δεν είναι μωρό ρε φίλη ο Ν.  Αδιάφορος ήταν γιατί έτσι ένιωθε,  και γιατί πάντα αδιάφορος το έπαιζε.  Πώς είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνεις; είπαμε η Α.  κι εγώ με ένα στόμα.

-Κορίτσια,  ούτε που πρόλαβα να σκεφτώ,  σαν ένα κακό σπυρί να έσπασε και μαζί του να διαλύθηκαν οι δικές μου αντοχές,  τα τείχη που σήκωνα όλα αυτά τα χρόνια και πολύ περισσότερο,  ο εγωισμός που έχτιζα. Ονειρευόμουν πάντα τη μέρα που θα μπορούσα να του δείξω ότι το κατάφερα.  Πως κατάφερα για μένα να είναι ένα τίποτα.  Μάταια.  Τον είδα ξαφνικά και σάστισα.  Τον κοιτούσα και έψαχνα στα μάτια του μια σπίθα ανάμνησης,  ένα γλυκό συναίσθημα,  κάτι που να αποδείκνυε πως κάποτε πόνεσε,  πως πληγώθηκε,  πως δεν με ξέχασε.

-Και;
-Το βλέμμα του ήταν σκληρό,  είπε ξέπνοα.
-Εμ ο άνθρωπος είναι λογικός,  δεν είναι σαν εσένα.
-Μη με μαλώνετε ρε, στο κάτω κάτω πότε θα τον ξαναδώ;  αναρωτήθηκε στενάχωρα η Φ.
Τέλειωσε με την μπύρα της,  την πλήρωσε,  μας φίλησε και έφυγε.
-Ό,τι είχα να σας πω σας το είπα,  φεύγω γιατί πρέπει να είμαι νωρίς σήμερα στο σπίτι.  Θα τα ξαναπούμε σύντομα.

Μείναμε μόνες με την Α. κοιταχτήκαμε.

-Έρωτας,  της είπα χαμογελώντας!
-Αρρώστια, μου αντιγύρισε.
-Μα ο έρωτας δεν προυποθέτει αρρώστια; αναρωτήθηκα.  Δεν λένε έρωτας αγιάτρευτος; Αγιάτρευτος,  αθεράπευτος,  ανίατος.  Καψούρης!

Ένας δεύτερος γύρος από μπύρες έφτασε στο τραπέζι μας μαζί με τα σχετικά συνοδευτικά,  μια πολύ μικρή πίτσα για μεζέ και τσιπς.
Τσακ,  τσουγκρίσαμε και πάλι τα ποτήρια μας.
-Στην Φ.  που γερνάει και δεν βάζει μυαλό,  είπαμε με ένα στόμα,  σκάζοντας στα γέλια αμφότερες.
-Μα έχει ηλικία ο έρωτας; ρώτησα!

Όχι,  όσο η ζωή θα τον καλεί ως αντίδοτο στις δυσκολίες της,  απάντησα μόνη μου στον εαυτό μου και η Α.  συμφώνησε.

Wednesday, March 06, 2019

birthday




Για χρόνια,  περίμενα πως και πως τη μέρα της γιορτής μου ή τη μέρα των γενεθλίων μου,  για να πάρω τα δώρα μου.  Είδα κι απόειδα,  όχι πως δεν έχω πάρει κατά καιρούς δώρα,  ήταν αρκετά και πολύ καλά,  αλλά κάποια στιγμή,  πήγα κι αγόρασα εγώ ένα δώρο για μένα.
Νομίζω πως αυτή η κίνηση ήταν και η πιο σημαντική.

Χρόνια μου πολλά λοιπόν,  μου τηλεφώνησε η μητέρα μου προηγουμένως και μου τραγουδούσε να ζήσεις Στελλίτσα,  γριούλα να γίνεις με άσπρα μαλλιά κλπ  τί άσπρα να γίνουν ρε μάνα της λέω,  άσπρα είναι ήδη!

Σαν παιδάκι χαίρομαι,  και πάω να φτιάξω ένα κορμό σοκολάτας μέρα που είναι!!!

Τα πιο μελωδικά χρόνια πολλά είναι πάντα από τον Βασίλη

υ.γ.
*  όλοι το ξέρουν απολαμβάνω να τρώω γλυκά,  τρελαίνομαι,  πεθαίνω μα η πιο γλυκιά στιγμή είναι η διαδικασία,  τότε που βάζεις όλα τα υλικά σε τάξη και διαθεσιμότητα,  που ανακατεύεις με το φτερό ή το μίξερ και στο τέλος τέλος που γλύφεις το κουτάλι και βάζεις χέρι στο μπωλ.  Εννοείται πως έχω μουστάκια σοκολάτας τώρα,  εννοείται :-)
**  κάποιος γιορτάζει από την Πόπη Αστεριάδη (αυτό κι αν δεν είναι τραγούδι για αυτή τη μέρα)

ελευθερία