Skip to main content

Posts

Showing posts from June, 2009

όποτε

κάντε ''κλικ'' εδώ.. σας εύχομαι ένα σούπερ ντούπερ καλοκαίρι.. όσο γιά μένα; θέλω να ξεχειλώσω σε μία σαιζ-λονγκ, να μπαίνω να βγαίνω στη θάλασσα, να κολλάει επάνω μου η αλμύρα, να με ξεροψήνει ο ήλιος.. κάποιον να μ αγαπάει κι ένα-δυό καλά βιβλία οκ; ραντεβού ξανά εδώ ''όποτε'', ελπίζω κάτι να αλλάξει μέσα μου εν καιρώ και να έχω να πω πράγματα ξανά.. φιλιάαα πολλάαα κι ένα μεγάλο ευχαριστώ

ψεύτικες χρωματιστές χάντρες

Σιωπή. Κι ένα ψέμμα διφορούμενο. Είναι ακόμη ανάλαφρο κι αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Το ακουμπάω απαλά μα θέλω να το λιώσω. Να το εξαφανίσω. Αντί αυτού, απολαμβάνω την σιωπή και τις μεγάλες γουλιές του νερού που υγραίνει τον λαιμό μου. Ακούω μέσα μου επιθυμίες. Κοιτάζομαι σ ένα καθρέφτη που δεν χρησιμοποίησα ποτέ. Είμαι τόσο όμορφη όσο πάντα; Γελάω. Ψεύτικες χρωματιστές χάντρες γυαλίζουν στο φλερτάρισμα με το φως. Δεν είμαι εγώ αυτή! Δεν είμαι σου λέω.. Θέλω να πάρω ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, μα τόσο μεγάλο που να χωράει δυό ζωές τόσο ξεχωριστές όσο και αλληλένδετες. Να ενώσω με συνδετήρες στιγμές και πράξεις. Να τους δώσω μορφή και αισθήσεις. Να είναι τόσο κοντά, όσο και μακριά, μέχρι που η συνάντηση τους να σταθεί μοιραία γιά όλες τις αλλαγές και τα επακόλουθα της ζωής τους. Πόσο μας επιρεάζουν οι άλλοι; Τι είπε γιά μένα, γιατί μου μίλησε έτσι, με ζηλεύει, με μισεί.. είναι ανάγκη να έχουν αξία όλα αυτά; Μ αγάπησε, τι ήμουν γιά αυτόν, αν δεν ήταν αυτός εγώ θα.. Κι η ειλικρίνεια; Ναι

κατά την διάρκεια μιάς δυνατής βροχής

Θέλω να φωτογραφίσω την δύναμη της βροχής, βγαίνω στη βεράντα, δοκιμάζω, και μένω μονάχα να κοιτάζω και να ακούω. Μου λες, άδικος ο κόπος, δεν κλείνεται τόσος θόρυβος σε μία ψηφιακή, σου δίνω φιλί κι ετοιμάζω καφέ. Βάζω εκείνη την παλιά καφετιέρα του εσπρέσσο στη φωτιά. Δυό κουταλιές ζάχαρη γιά σένα, μία γιά μένα. Λίγο πριν τη βροχή, μιά πεταλούδα ήρθε και κάθισε στην παλάμη μου και μιά μέλισσα μαζί. Με τσίμπησε και νοιώθω πως πονάς μαζί μου. Φέρνω φάρμακο σε κίτρινη σκόνη και περιποιούμαι την πληγή σου. Καλύτερα να το κρατούσα μέσα μου. Με μελαγχολείς. Φωνάζω και τρομάζεις. Μου απαντάς με εκρηκτικά δυνατή φωνή. Σκέφτομαι, καλύτερα να σ αφήσω στην ησυχία σου. Γράφω. Γιά την βροχή που πέφτει σε χοντρές σταγόνες, γιά την μεσημεριάτικη σιέστα με τον ουρανό μελαγχολικό, γιά το άρωμα που είχαν σήμερα οι φράουλες, τα κουκούτσια από τα κεράσια, που μάταια προσπάθησα να φωτογραφήσω κι εσύ γελούσες, κι εγώ γέλασα μετά με τον φόβο σου όταν με ρώτησες ''μπουμπουν

ο Μήτσος

Την συνάντησα, γιά πρώτη φορά, σε ένα μπλε, όχι αλμυρού, αλλά γλυκού νερού. Ήταν στα αποδυτήρια, μαζί με μία άλλη, Σεπτέμβρης ήταν ακόμη, εκείνη την ημέρα έμαθα και των δύο τα ονόματα, όχι από ενδιαφέρον, μα από περιέργεια, πιστεύοντας πως η μία εκ των δύο ήταν παλιά γνωστή. Μου είπαν τα ονόματα τους, ημίγυμνες, τυλιγμένες η κάθε μιά με μία πετσέτα με την φυσική δειλία της συνομιλίας μεταξύ αγνώστων. Ευτυχώς, τα ονόματα τους δε μου θύμιζαν τίποτα. Χαμογέλασα ψεύτικα, και συνέχισα να κάνω την δουλειά μου. Ήταν πολύ μεγαλύτερες μου, τόσο που θα μπορούσα να τις αγνοώ, να περνάω απαρατήρητη από δίπλα τους και να τις παρακολουθώ χωρίς τύψεις. Ήταν χοντρούλα, αρκετά θα έλεγα, και ψηλή. Χορταστική, ηλικιωμένη, κλασσική γυναίκα. Με ένα διαρκές μειδίαμα και μιά γλύκα να υπογραμμίζει τα βλέφαρα. Ήταν τόσο ευδιάθετη πάντα, που άρχισα να υποψιάζομαι πως είχε την ανάγκη να είναι αρεστή. Φορούσε ένα λαστιχωτό σκουφάκι σε γαλάζιο χρώμα, σαν αυτό που φορούν οι μαγείρισες σε ταινίες εποχής, μέσα στο