Skip to main content

Posts

Showing posts from August, 2009

Gilbert Garsin

Δεν χρησιμοποιεί κανένα πρόγραμμα ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας. Ψαλίδι, σπάγκος, σύρμα, κόλλα, πλαστικό είναι οι πρώτες ύλες του. Σε όλες τις φωτογραφικές δημιουργίες του τοποθετεί την φιγούρα του με ένα τρόπο που προσωπικά μου θυμίζει την φιγούρα του Χίτσκοκ μέσα στις ταινίες του. Περισσότερα γιά τον Ζιλμπέρ Γκαρσέν θα βρείτε εδώ . Eγώ απλά μαγεύτηκα!

φίλες

H Mαρία; τς ξυνή.. Η Τίνα; έλα μωρέ πολύ εγωίστρια.. Η Κάτια; ποιά αυτή η τρελλή; Η Ελένη; ψωρουπερήφανη.. Η Εύη; αφελής Η Μαριέττα; ωραιοπαθής βρε.. Η Ζωή; αδιάφορη.. Η Στέλλα; μμμ δε μπορεί πιά να της συμβαίνουν μόνο καλά! Η Αναστασία; βαρετή.. Η Πέλλα; αυτή μου κάνει όλο την έξυπνη.. Η Γκέλλυ; μονοφαγού.. Η Πόπη; χχμμμ αυτή όταν μιλάει την ακούν 5 τετράγωνα μακριά! Η Βούλα; πολύ υπεροπτική μωρέ.. Η Γεωργία; υπερβολικά διακριτική.. Η Δήμητρα; ωχ, σαν πιάσει να μιλάει γιά τα δικά τηςςς... Η Νίκη; αυτή;;; αυτή ρε συ χώνεταιιιι.. Η Δώρα; ωχχ όλο τα ίδια και τα ίδια.. Η Χαρά; σφιγμένη.. Η Τζένη; εκνευριστικά ανοιχτή.. Η Ρένα; δασκαλίστικη Η Δέσποινα; απαπααα πολύ απόμακρη.. Η Ευθυμία; αγρίμι.. Η Ολυμπία; τσιγγούνα.. Η Ρίτσα; αγαθή.. Η Φιλιώ; όπου γέρνει η βάρκα.. Η άλλη Μαρία; πολύυυυ δύσκολο άτομο.. Η Λιάνα; πω πω πω πολύ ζηλιάρα βρε.. Η Ράνια; ποιά αυτή η ξερόλας! Η Μίνα; στον κόσμο της.. και τότε;; ποιός, ποιά μας κάνει;; σε ποιόν δεν έχουμε κρεμά

ο ξάδερφος

Πριν χρόνια πολλά, θα ήμουν δεν θα ήμουν 15-16 χρονών, στις καλοκαιρινές μου διακοπές, έκανα πολύ παρέα με ένα κορίτσι, κοντά στην ηλικία μου. Μπάνιο όλη μέρα, βουτιές, ξεγνοιασιά μα κυρίως αθωότητα. Το πιό όμορφο που χαρακτήριζε εκείνη την κοπέλλα, με την οποία τώρα πιά έχουμε χαθεί ήταν το ότι μου διέθετε ένα σεβαστό αριθμό από απίστευτα όμορφες κουβέντες. Αγαπούσε πολύ τα βιβλία, και κυρίως τα ποιήματα. Ένα ζουμερό απογευματάκι του Ιούλη, έβγαλε με δέος σχεδόν, ένα διπλωμένο στα τέσσερα χαρτί από την τσέπη της. Το ξεδίπλωσε κι άρχισε να μου διαβάζει ένα χείμμαρο όμορφων λέξεων και φράσεων που συνέθεταν ένα ποίημα. Μου άρεσε τόσο πολύ που ζήτησα να μάθω ποιός το έγραψε. Και τότε μου μίλησε γιά τον ξάδερφό της. Πως ήταν κοντά στην ηλικία μας, πως ζούσε στο εξωτερικό, πως έπερνε συχνά γράμματα του που περιείχαν πολλά τέτοιου είδους ποιήματα. Από τότε, σχεδόν κάθε απόγευμα, διαβάζαμε τα γραπτά του και μιλούσαμε για αυτόν. Είχα αποκτήσει ένα περίεργο θαυμασμό γι

τρόπος χαλάρωσης

Κάθε που περπατούσα θυμάμαι, πριν χρόνια, και γιά ένα όχι σχετικά και τόσο σύντομο διάστημα, βυθισμένη στις μελαγχολικές σκέψεις μου, αφού προσπαθούσα να κάνω κτήμα μου από την μιά και να διώξω μακριά από την άλλη, μιά κατάσταση που με δυσκόλευε πάρα πολύ, ανίκανη να κινήσω σωστά τα νήματα της, πιεσμένη τόσο όσο και φοβισμένη, είχα βρει ένα κόλπο, παράξενο στην αρχή, λυτρωτικό στο τέλος, ένα παιχνίδι στην κυριολεξία με τους αριθμούς που βρίσκονταν στις πίσω πινακίδες των αυτοκινήτων. Τους διάβαζα λοιπόν, τους επαναλάμβανα, τους πρόσθετα μεταξύ τους και μετά ακόμη μιά φορά εαν το αποτέλεσμα ήταν διψήφιο. Στην αρχή, γινόταν αυθόρμητα, δίχως ιδιαίτερη σκέψη, άλλωστε το μόνο που μ ενδιέφερε ήταν να απασχολώ το μυαλό μου, να μη σκέφτεται αυτά που με στεναχωρούσαν, σταδιακά όμως, ένιωσα την ανάγκη να βάζω κι ένα στόχο. Απέκτησα τυχερό αριθμό, που έγινε το φαβορί μου, κι όταν κατά την μέτρηση το αποτέλεσμα ήταν Αυτός, συγκεκριμένα ένα ολοστρόγγυλο 10 αν θυμάμαι ακόμη

d90 nikon

Tο καλοκαίρι έχει δεθεί σα κλωστή γύρω από τα δάχτυλα μου. Παίζουμε εκείνο το παιχνίδι με το λάστιχο που έπερνε διάφορα σχήματα όταν βαριόμασταν παιδιά, τα καυτά μεσημέρια. Κυλάει από τον αντίχειρα σε ξύλινη γέφυρα, κι από εκεί πηδάει στη θάλασσα. Κλέβει το πορτοκαλί μιάς σημαδούρας. Μιά σκουριασμένη άγκυρα. Το λαχανί σωσίβιο ενός μικρού παιδιού. Ένα ζευγάρι σαγιονάρες στολισμένες με κίτρινες μαργαρίτες. Ένα τραπέζι μπλε ίδιο με την θάλασσα και η πλάτης της καρέκλας πλοίο στο πρώτο του ταξίδι. Ένα βρέξιμο ούζο, σταγόνες λεμονιού να στάζουν από τα δάχτυλα, καρπούζι. Οι λιγοστές σου κουβέντες. Ο ανύπαρκτος διάλογος, τα όχι σου, το ναι σου. Κι ένα πακέτο με κάτι άγνωστο. Περιτύλιγμα, κορδέλλες. Μουσική τζαζ. Ο ήχος μιάς κιθάρας. Μιά αλογοουρά. Γένια τριών ημερών. Μάτια στο χρώμα της ελιάς. Βήματα στο ξύλινο δάπεδο μιάς πόλης έρημης μεσ το δεκαπενταύγουστο. Μυρωδιά από ψημένο καλαμπόκι. Μαλλί της γριάς σε χρώμα ροζ καραμελέ και κιτς καραβάκια λουσμένα στο χρώμα. Ελάχιστη προσφορά ευχαρ

σχεδόν καφτό

Έξω αστράφτει και βροντάει κι εγώ θέλω να εξαφανιστώ, να μη βλέπω, να μην ακούω, να μην αισθάνομαι. Ένα αναμενόμενο ''αντίο'' κι ένα mail έκπληξη. Τρυφερό και κάπως, πως να το πω.. μαλαγανιάρικο.. βρε άμα θέλει ο άνθρωπος ! Άνοιγμα ψυχής. Ελάχιστο αλλά εμφανές! Ευχές γιά ταξίδι ξάστερο. Πεταχτό φιλί στο μάγουλο, δέρμα ζεστό, σχεδόν καφτό. Πλένω τα ποτήρια μου, πλάι στο παράθυρο έχοντας στα αυτιά μου μουσική. Με λούζει το φως από την ένωση δυό θυμωμένων σύννεφων στον ουρανό. Η βροχή με βρίσκει τρυπώνοντας από όλα τα ανοιχτά σημεία. Δένω στον καρπό μου βραχιόλι καλοκαιρινό. Διάθεση αναμονής, επιμονής κι απόστασης. Στέκομαι μακριά, κι αποκτώ υπόσταση, όταν πλησιάζω δημιουργώ συναισθήματα πίεσης. Κάθε που συνηθίζω το καλοκαίρι, μου φεύγει, γιά αυτό αύριο θα δώσω ένα μεγάααλο φιλί στον εαυτό μου, να τόοοσο μεγάααλο σου λέω. Αρκεί να έχει σταματήσει η βροχή ! η φωτό είναι του φίλου μου Δ.Δρανίδη

σχεδόν απόλυτη

Mια σιωπή γκρι. Σχεδόν απόλυτη. Σχεδόν σιωπή. Κλέβω εικόνες με λυπημένα πρόσωπα και τα οικειοποιούμαι. Μετά, τα ίδια πρόσωπα έρχονται εφιάλτες στις μέρες μου και μου ζητούν τα δικαιώματα. Στο διαδίκτυο είναι όλα, ολονών. Προσωπικά καθόλου δεν θα με ενοχλούσε να δω σε ξένους τόπους την φωτογραφία μου με ένα όμορφο κείμενο από κάτω. Ακόμη και στα πιό ασήμαντα, παίζει ρόλο ο τρόπος. Το ''πως'' και όχι το ''τι''. Είναι θέμα επιπέδου βρε παιδί μου. Με το ''πως'' παιδεύομαι ακόμη. Το ''τι'' αλλάζει καθημερινά. Μαλαγανιά. Οι διακοπές είναι ένα πακέτο, που ή το ξετυλίγεις αργά και μένεις κρατώντας την κορδέλλα στο χέρι, ή από την πρώτη στιγμή παίζεις στα δάχτυλα το περιεχόμενο και περνάς καλά. Ευελιξία. Είδα την κίνηση ενοχλημένου κοριτσιού, κατα την διάρκεια μιάς ωραίας ταινίας σε θερινό σινεμά, κι έσβησα το μισό τσιγάρο μου. Συγκρατήθηκα όταν το ίδιο κορίτσι κατάπινε τσίκι τσίκι τα μαύρα σπόρια του μέσα στα ευαίσθητα αυτιά μ

μελαγχολία

Σήμερα η μέρα έχει βαρύ εκτόπισμα. Μύτη αστεία και μάτια γεμάτα βροχή. Χρειάζομαι μουσική. ''The piano''.. Είπα να γράψω μα αντί αυτού σβήνω. Φωνή δε βγαίνει πιά, μήτε τα σύμφωνα, μήτε τα φωνήεντα. Αποχωρισμοί και ''τοκ τοκ'', αδιαφορία. Ατυχή σκηνικά. Φεύγω.. Αλλά βρίσκομαι πάντα δίπλα σου. Είμαι αυτό το ψυχρό αεράκι που σε χαιδεύει την ώρα που παραδίδεις σώμα και ψυχή στον ύπνο. s.

mojito

Ψιλόβροχο. Γιά δευτερόλεπτα μόνο σα να με κορόιδεψε. Ο ήλιος κρυμμένος από το πρωί, η ζέστη αφόρητη. Χθες βράδυ ήταν υπέροχα. Ένα φεγγάρι σχεδόν γεμάτο σκέτη πρόκληση. Γιά παρεούλα και ποτό. Γιά μεξικάνικο κοκτέιλ. Γιά να φτιάξω mojito που λέτε, θα πρέπει να έχω αγοράσει οπωσδήποτε αυτά τα μικρά στρογγυλοπράσινα λεμονάκια που αυτοαποκαλούνται lime. Τα βρίσκω σχεδόν παντού, από κάποια σούπερ μάρκετ ή εξειδικευμένα μαγαζιά στο κέντρο. Παίρνω αρκετά και τα κρατάω στο ψυγείο μου. Πλένω καλά εξωτερικά το lime , το κόβω στη μέση και κρατώ μόνο το ένα μισό το οποίο το χωρίζω στα τέσσερα. Το ρίχνω σ ένα ψηλό ποτήρι, έτσι χορταίνει καλύτερα το μάτι μου. Κόβω τρεις - τέσσερις κορφές δυόσμο που έχω σε γλάστρες στη βεράντα, τις ψιλοπλένω και τις ρίχνω κι αυτές στο ποτήρι. Προσθέτω δυο κουταλάκια του γλυκού μαύρη ζάχαρη και όλα αυτά τα υλικά τα ζουπάω με το πίσω μέρος μιάς ξύλινης κουτάλας. Μμμμ.. μυρίζει υπέροχα!!! Προσθέτω 50 γρ. Bacardi , πάγο αρκετό και γεμίζω, όχι απαρα

άμμος

Πριν λίγο καιρό, αγόρασα όλα τα υλικά κι έφτιαξα μοχίτο, η γλάστρα με τον δυόσμο είναι ακόμη στο μπαλκόνι μου, στα μπαρ όλο και πιό πολύ απλοποιούνται τα ποτά και νερώνουν. Σήμερα αποφάσισα να αγοράσω ένα θερμός. Καλύτερα να μασάς το καλαμάκι στις παραλίες παρά να παιδεύεσαι μ ένα πλαστικό ποτηράκι καφέ. Την επόμενη φορά, μαζί με το τσιγάρο, θα έχεις και νόστιμο freddo από τα δικά μου χέρια. Η πρωινή θάλασσα μου γελούσε πίσω από το κορίτσι με το copertone. Πασαλειβόμουν αντιηλιακό όταν κατάλαβα πως έχω τρία σημάδια διαφορετικού χρώματος στους ώμους μου. Ζήτησα βοήθεια από τον Χόλμς, δίπλωσα την γωνία της σελίδας γιά την επιστροφή και μπήκα μέσα. Χιλιάδες μικροσκοπικά ψάρια άρχισαν να γλύφουν τους αστραγάλους μου. Εξάντλησα όλα τα κόλπα που γνωρίζω αλλά εσύ μου έδειχνες το κορίτσι απέναντι που έκανε το κολύμπι του σκύλου. Κάτι παιδάκια έφτιαχναν χωμάτινους πύργους κι εγώ κουβάλησα άμμο ίσα με πέντε κιλά κρυμμένη παντού. Το κατάλαβα μόνο όταν βούλωσε το σιφόν της μπανιέρα

η καμπούρα

Πιάσε ένα παραμύθι.. Μιά φορά κι ένα καιρό που λες, ήταν ένας έμπορος, που πουλούσε καμπούρες. Δύσκολο εμπόρευμα, μα ήταν έξυπνος, τις τύλιγε με ψέμματα, και σ όποιον έκανε τον δύσκολο τις έδινε μισοτιμής. Όλη μέρα ήταν στο σεργιάνι.. ''Εδώωωω οι καλές καμπούρεςςςςςς φώναζε.. εδώωωω το καλό εμπόρευμα.. ααα..'' Η Μαρίνα, ήταν ένα κορίτσι τόσο απλό που άλλο δε γινόταν. Ευχαριστιόταν με το παραμικρό και δεν ήθελε άλλο από όσο ακουμπούσαν τα μικροσκοπικά ποδαράκια της. Όχι πως δεν ήταν ιδιότροπο, ούτε πως δεν εντυπωσιαζόταν εύκολα. Αλλά να.. ως εκεί. Εκείνη την μέρα, γιά καλή τύχη του ενός και γιά κακή του άλλου, ο έμπορος και το κορίτσι συναντήθηκαν. Η Μαρίνα φύτευε κάτι καινούργιες ρίζες στον κήπο της σιγοψιθυρίζοντας ένα τραγούδι, κι ο έμπορος, περνώντας από εκεί, κοίταξε μέσα από τον φράχτη. ''Εύκολη λεία'' σκέφτηκε κι άστραψαν τα παμπόνηρα μάτια του. ''Εεεε όμορφο κορίτσιιιι'' της φώναξε κι αυτή γύρισε μ ένα χαμόγελο, σαν του ήλιου και