Skip to main content

Posts

Showing posts from September, 2008

τΑ πΑΘη τΗς ΒΡοχΗς

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα μ' αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο σι, σι, σι. . . Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος, ήχος κανονικός, κανονικής βροχής. Όμως ο παραλογισμός άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση μού' μαθε για τους ήχους.Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή, σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα, κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ. . . Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ, όλη τη νύχτα ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος, αξημέρωτος ήχος, αξημέρωτη ανάγκη εσύ, βραδύγλωσση βροχή, σαν πρόθεση ναυαγισμένη κάτι μακρύ να διηγηθεί και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ, νοσταλγία δισύλλαβη, ένταση μονολεκτική, το ένα εσύ σαν μνήμη, το άλλο σαν μομφή και σαν μοιρολατρία, τόση βροχή για μια απουσία, τόση αγρύπνια για μια λέξη, πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή μ' αυτή της τη μεροληψία όλο εσύ, εσύ, εσύ, σαν όλα τ' άλλα νά' ναι αμελητέα και μόνο εσύ, εσύ, εσύ. . . Κική Δημουλά

το λευκό και το μαύρο

Mάζεψα βροχή. Μετέτρεψα σε νεροσυλλέκτες τους λοβούς των αυτιών, το λακάκι του λαιμού, την κοιλότητα του αφαλού. Επιστρέφοντας στράγγιξα τα μαλλιά μου, κι όλες αυτές οι μικρές λίμνες θα είναι το δώρο σου. Μαζί έξη γράμματα.. εσύ κι εγώ! Το μαύρο και το λευκό. Το φως και το σκοτάδι. Ή ανάμνηση και η λησμονιά. Η έλξη και η απώθηση. Το συμπληρωματικό και το πλεονάζον. Το σύμπλεγμα των αντιθέτων. Ανάγκη αναπόφευκτη. Εσύ κι εγώ. Το λευκό και το μαύρο. Η βροχή και η γη. Ράγισμα στην ροή του χρόνου. Εγρήγορση των αισθήσεων. Ελάχιστο άγγιγμα στην αιωνιότητα. Λύτρωση! Φυλακή! Έβρεχε καρδιά μου σήμερα κι είχα μεταμορφώσει τα χέρια μου σε φτερά μόνο γιά σένα!

αναζητώντας ένα φιλί τα μεσάνυχτα

Ποιός είπε πως επιλέγουμε την μοναξιά; Πως τρέχουμε πίσω της; Πως οι ίδιες οι πράξεις μας μας οδηγούν σ αυτήν; Η Κάτια μ εγκατέλειψε. Ήμουν λίγος λέει! Αυτό το έμαθα ψαρεύοντας την φίλη της. Με ψιλογουστάρει αλλά δεν της κάθομαι. Η ίδια μου είπε πως είχε ανάγκη από προσωπικό χρόνο. Κουράστηκε λέει. Απαίτησε την ελευθερία της κι έφυγε βιαστικά. Λέξη δε μ άφησε να ξεστομίσω. Ο Νίκος λέει πως με φοβήθηκε. Εγώ λέω πως την περίμενε ο άλλος. Ο χοντρός, ο πηδηχταράς που την σάλιωνε μέρες τώρα. Παραμονή πρωτοχρονιάς. Ο Νίκος θα βγει με την Ελένη. Θα της κάνει λέει πρόταση γάμου. Το σπίτι δε με χωράει. Όλη μέρα στο p/c. Τσούζουν τα μάτια μου, να 'τα κατακόκκινα είναι, να στάξω μιά σταγόνα από κείνο το κολύριο. Ο Νίκος με βρήκε να αυνανίζομαι με την φωτογραφία της Ελένης, καρφωμένη στην οθόνη του υπολογιστή. Ρε κολλητέ έχεις πρόβλημα το ξέρεις; έτσι μου 'πε. Εγώ πάλι ήθελα να είχε ανοίξει η γη να με καταπιεί. Και να μην είχα ξεχάσει να κλειδώσω την εκείνη την

Β.. όπως ΒΡοΧή

Καταπίνω καφτές μπουκιές από αποξηραμένα άνθη χαμομηλιού, ζαχαρωμένα με μέλι. Μεταμορφώνω το σώμα μου σε μπάλα και κυλάω στην βροχή, σαν ένας νάνος από παραμύθι. Μιά φορά κι ένα καιρό, μέσα, έξω, μέσα και πάλι έξω! Κόβει με σκληρότητα την σκιά μου, υγρή και θολή. Κάθετα κι ορμητικά. Σταγόνες σκόρπιες το σώμα μου. Τις τελευταίες μέρες προσέχω ιδιαίτερα τον εαυτό μου και τρομάζω. Είναι έντονη η αίσθηση του κινδύνου. Σκοντάφτω εύκολα, τσούζουν τα μάτια μου, πονάει ο λαιμός μου. Σήμερα κάνω ακροβατικά στο νερό της βροχής, κι επιπλέω σε ένα άνω των 1,70 μ. βάθος. Σκορπάω γύρω μου νερένιες φλόγες μικροσκοπικών κεριών και κυλάω ζιγκζακωτά ανάμεσα τους. Λατρεύω το άγνωστο. Γιά καλό μου ελπίζω. Με γοητεύει. Με εξιτάρει. Είναι απρόβλεπτο. Δεν έχει οριοθετηθεί, δεν αναγνωρίζεται. Είναι σα τον ταχυδακτυλουργό, που δεν ξέρεις τι θα βγάλει από το μαύρο ημίψυλο. Ένα απλό μαντήλι, ένα κουνέλι, ή μία τράπουλα; Επίσης δείχνει απίθανα ιδανικό. Αγγίζει το τέλειο, πλάθεται! Σήμερα αγόρασα μιά μπλούζα

επιστροφή

Aνήμερα των γενεθλίων της, με ένα καινούργιο μαύρο φόρεμα, μία ολόκληρη δικιά της πίτσα από delivery, και ούτε θυμόταν πόσα κουτάκια μπύρας, έβγαλε τη χθεσινή νύχτα ολομόναχη! Πρωί πρωί, κατέβηκε στο υπόγειο να εμφανίσει το φιλμ από την τελευταία της δουλειά, αγορασμένη ήδη από γνωστό περιοδικό. Ρουφούσε με το καλαμάκι τον πρώτο της καφέ, όταν χτύπησε το κινητό. Το σήκωσε, βγήκε βιαστικά από το εργαστήριο της, τα μάτια της μισόκλεισαν στο φως ανέβηκε τις σκάλες να πάρει μια ανάσα, σκόνταψε και ίσιωσε το κορμί της στο λεπτό! ‘’Να πάρει’’! -Θάλεια; -Ναι; -Σε ξύπνησα; Καλή σου μέρα. Κοίταξε το ρολόι της για να τσεκάρει την ώρα. Μόλις 8 το πρωί. Δίστασε λίγο, σκέφτηκε.. -Ποιος; Της ήταν γνωστή αυτή η φωνή.. Ντίνα; -Ναι εγώ! Παραξενεύτηκες ε; Με το δίκιο σου, πάει καιρός που.. εσύ; Είσαι καλά; Φωνή αγαπημένη, φίλη παιδική, δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένη, χρόνου παρελθόντος και απόλυτα τακτοποιημένη, μαζί με ένα πλήθος καταστάσεων, φωλιασμένων στο μέρος της καρδιάς! -Καλά.. είπε μουδιασμένα

αλλαγή πλεύσης

Kλείνοντας πίσω μου μιά βαριά ξύλινη πόρτα, με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ στα ρουθούνια μου, στη ζεστασιά ενός πρώιμου παπλώματος, κι έχοντας ακόμη σκουλαρίκια στους λωβούς των αυτιών γνώριμες μελωδίες.. ..σκεφτόμουν πόσο εύκολο είναι να λησμονήσεις, τις μόλις χθεσινές καλοκαιρινές σελίδες του ημερολόγιου σου! Έτσι σα μιά τσιμπιά στο μάγουλο το πέρασμα από του ενός το άκρο στο άλλο..

μιά ΔεΥΤέρα

Ξυπνάς ξημερώματα με κωλικούς, θυμάσαι πως ήταν όταν μάθαινες να αναπνέεις μιμούμενη το λαχάνιασμα του σκύλου, νοιώθεις πως χάνεις τις αισθήσεις σου, ιδρώτας που παγώνει στο σώμα, τηλεφωνήματα, ερωτήσεις κι απαντήσεις, ένα δύωρο πόνου αρκεί να ζωγραφίσει μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια σου το πρωί, ένα ραντεβού που ματαιώθηκε επί τόπου, ένα άλλο που μετατέθηκε γιά το απόγευμα, δύο μπουκάλια γάλα, ένα με χαμηλά κι ένα πλήρες, γυμνά πλαδαρά σώματα, μυρωδιά χλωρίνης, κλειδαριά, ένα καινούργιο laptop μετά την βίαιη αρπαγή του προηγούμενου, παιδεμένα δάχτυλα στα πλήκτρα, σχολιασμοί που πολαπλασιάζονται μυστηριωδώς, βροχή, μιά ολόκληρη ώρα χαλασμού, παπούτσια, ρούχα, μαλλιά μουσκεμένα, οι δρόμοι ποτάμια, και τέλος, η χαρά που σου δίνει η ικανοποίηση και το πρωτότυπο... μετά από τον χαμό που λέγαμε..

στερητικό σύνδρομο;

Eχθές το βράδυ, σε ένα ήσυχο μπαράκι, με καλή μουσική, και αμφίβολη ποιότητα αλκοόλ, εξ ου και η σφραγισμένη duvel, άθελα μου; άκουσα μία συζήτηση μεταξύ ενός άντρα και μιάς γυναίκας. Ο άντρας δεν θα ήταν πάνω από 32 - 33 και η γυναίκα ανάμεσα σε 45 με 50. Έδειχναν παλιοί γνώριμοι γιατί μιλούσαν μεταξύ τους με οικειότητα. Η συζήτηση είχε ως εξής: Α. Όχι δεν έχω σχέση κι ούτε την επιδιώκω. Γ. Μα γιατί; Α. Προτιμώ να γεύομαι το άγνωστο, το πρωτόγνωρο, άσε που ακούω ένα σωρό γύρω τριγύρω μου και δεν εμπιστεύομαι καμμία (γέλια). Γ. γέλια Γ. εγώ πάλι ποτέ δεν μπόρεσα έτσι, γιά να πάω με έναν άντρα θα έπρεπε να νοιώθω ερωτευμένη. Αυτό που ήθελα βεβαίως να κάνω το έκανα, δεν έχω απωθημένα πιά, απλά αν ήμουν άλλος χαρακτήρας θα άλλαζα τους άντρες σαν τα πουκάμισα. Α. εε μα ο έρωτας σας τρώει εσάς τις γυναίκες και μετά... Γ. μετά; Α. εε να οι περισσότερες γυναίκες που παθαίνουν κρίσεις από τι νομίζεις είναι; Από σεξουαλική στέρηση. Γ. ναι; Εδώ ένοιωσα μιά α

ηρεμία

Aν αυτή την στιγμή με ρωτούσες τι θα προτιμούσα ''πάθος'' ή ηρεμία, την ηρεμία μου θα διάλεγα!!

σεΠΤέμβΡης

Θέλω έναν Σεπτέμβρη να πλέει σε έναν ουρανό οινοπνευματί. Πεντακάθαρο. Ακόμη και στην πιό βροχερή του μέρα. Στην πιό μεγάλη ψύχρα. Στον χειρότερο καύσωνα. Άδολο σαν την ψυχή σου. Ζεστό τόσο όσο η ανάσα σου, δροσερό σαν τις κουβέντες σου. Θέλω ένα Σεπτέμβρη με φύλλα χάλκινα να λυγίζουν στις πρώτες σταγόνες. Με βήματα βέβαια σε δρόμους αγαπημένους. Εκεί που τις ρόδινες ώρες αγγίζει η νύχτα απαλά από το χεράκι και οδηγεί στην πρώτη τους επίσημη βόλτα. Θέλω αυτό το Σεπτέμβρη να λουφάξω στην αγκαλιά του. Να νιώσω την μυρωδιά του, το βάρος του σώματος του, το μέγεθος της πατημασιάς του. Την φωνή του να μου ψυθιρίζει ''σ αγαπάω''. Αυτός ο Σεπτέμβρης θέλω να είναι ολοδικός μου, παιχνιδιάρης εραστής και φίλος παιδικός. Ένας ενδιαφέρον άγνωστος που ανακαλύπτω γιά πρώτη φορά. Μία εξομολόγηση, ένα γράμμα, ένα φλογερό φιλί. Ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, δυό ροζ γλυφιτζούρια, ένα βάζο λαστιχωτές καραμέλες, ένα κουτάκι βόλους, κι εκείνη η όμορφη κούκλα που λαχτάρη