Μην αφήνεις, της είπε, την ψυχή σου, μόνη της για πολύ ώρα και μετά να απορείς ότι κρύωσε σαν πρωινό καφεδάκι που ξεχάστηκε στο φλυτζάνι ενώ μεσημέριασε.
Όλα είναι μέσα στο μυαλό της, ιδιαιτέρως όλοι αυτοί που απειλούν καθημερινά την ηρεμία της.
Έβρεξε, δυνατά κι απότομα, έριξε και χαλάζι. Μέσα σε ένα δεκάλεπτο ο κόσμος της έγινε πολύχρωμες σιλουέτες και ανοιχτές ομπρέλες.
Ήθελε να ξεχειλίζει από θετικότητα και να μη συγκρούεται. Φοβόταν τους ανθρώπους αλλά τους αγαπούσε και πάρα πολύ, κυρίως τις ιστορίες που κουβαλούσαν. Κάποια στιγμή, οι ιστορίες αυτές έγιναν τόσο πολλές που δεν χωρούσαν πια στη μέρα της.
Τις νύχτες ξυπνούσε στις 3, στις 4 και στις 5 τα ξημερώματα και χαιρετιόνταν με το φεγγάρι που σκάλωνε στις γρίλιες του παραθυρόφυλλου.
Πολλές φορές αναρωτιόταν, πότε ήταν εκείνη η μέρα που πάτησε το κουμπί που έφερε τα πάνω κάτω. Ωστόσο, ήταν για καλό της. Γιατί από εκεί κι έπειτα, υπολόγιζε κι έπιανε κουβέντες μόνο με τον εαυτό της.

No comments:
Post a Comment