Wednesday, February 11, 2009

ομάδα αίματος, Ο θετικό

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..

Έβγαλε ένα σωρό χαρτιά, και χαρούμενη τα αράδιασε μπροστά της.

Κομμένες σελίδες από ημερολόγια, χρωματιστά τετράγωνα post it, γραμμένες χαρτοπετσέτες, και μιά σημείωση, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, δυό τρεις λέξεις, από την κάτω πλευρά του χρυσαφί Karelia.

Ένα ποτήρι του νερού, και μέσα ένα μπουκετάκι γιασεμί να μοσχοβολά ο τόπος.

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..

Σταμάτησε λίγο να σκεφτεί.

Έψαχνε έναν ιδιαίτερο τρόπο, μία ειδική οπτική γωνία, να αδειάσει την ψυχή της. Να ξεδιπλώσει το μέσα της. Να ξεριζώσει ό, τι είχε τρυπώσει με δόλο ή ηθελημένα και κυλούσε στις φλέβες της μαζί με το κατακόκκινο αίμα, ομάδος Ο θετικού.
Δεν ήταν σπάνια. Ούτε αυτή ήταν δακτυλοδεικτούμενη. Μιά κοινή γυναίκα ήταν που από τα νιάτα της ακόμη περνούσε απαρατήρητη, πόσο μάλλον τώρα που καβαντζάριζε τα πενήντα. Μισό αιώνα ζωής!

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..

Τις λάτρευε αυτές τις στιγμές, τις έβλεπε κάπως σαν ψυχοθεραπεία. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να υπολογίσει, τα λεφτά που κέρδιζε. Ένα εξηντάρι την φορά, πριν μία πενταετία της έπαιρνε η ψυχολόγος. Και μετά από παρακαλητά, γιατί η κανονική τιμή, ήταν ένα δεκάρικο ευρώ παραπάνω. Έκπτωση είχαν μονάχα οι έχουσες απόλυτη οικονομική ανάγκη, οι χωρισμένες, αυτές που μεγάλωναν μόνες τους τα παιδιά κλπ.

Το τσιγάρο να αργοσβήνει ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού κι ο καφές με γεύση μαύρης σοκολάτας να κρυώνει στην χούφτα του δεξιού.

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..

Κι οι σκέψεις να απλώνονται βίαια στο χαρτί. Λέξεις ασύνδετες μεταξύ τους εκ πρώτης όψεως. Ήταν το παιχνίδι της να τις ταιριάζει. Να τις στοιχίζει, να τις τοποθετεί στην σωστή σειρά, σα μιά μπουγάδα ασπρόρουχα, απλωμένα στην εξοχή, πιασμένα το καθένα με το δικό του ασημί μανταλάκι, από το τεντωμένο σκοινί. Και να μυρίζουν τόσο όμορφα!

Τίποτα το μαγικό. Έγραφε όσο πιό απλά μπορούσε. Όσο πιό αληθινά. Γιά το φθινόπωρο, έγραφε γιά φύλλα ξερά, σε τόνους γήινους, που έφευγαν πέρα δώθε με το πρώτο φύσημα του ανέμου. Την άνοιξη, έβαζε τις κερασιές να ανθίζουν σε χρώματα ροζ. Έφτιαχνε πέπλο μ αυτά τα λουλούδια και σκέπαζε τον ουρανό. Διάλεγε κι ένα σμήνος μέλισσες να βουίζουν, χορτάτες από γύρη. Ο ήλιος να καίει με πάθος!

Ένοιωθε τα δάχτυλα της να μυρμηγκιάζουν από την κίνηση.

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..

Και γράφοντας να έρχονται κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα τόσα πολλά!!!

Ξεχνούσε που τέλειωνε η αληθινή της ζωή και που άρχιζε η πραγματική. Το πρόσωπό της άσπριζε από την προσπάθεια να θυμηθεί σε ποιό σημείο μπερδευόταν με τις ζωές των άλλων, εκείνων από κινηματογραφικούς ρόλους, ή τους χάρτινους ήρωες των σελίδων των βιβλίων.

Δημιουργούσε έναν έρωτα, στο πιτς φυτίλι. Και λόγια ψιθυριστά, κι υποσχέσεις, και σεντόνια ιδρωμένα, αναστεναγμούς, βογγητά, χάδια, σαλιωμένα φιλιά, και πόθους αμέτρητους.

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..

Σαν υπνωτισμένη, δεν διέκρινε την μέρα από την νύχτα.. κι ούτε άκουγε τις κουβέντες που λέγονταν γύρω της..

Επίμονα κτυπήματα στην πόρτα, το ντλιν ντλον του κουδουνιού, ούτε που τα έδινε σημασία, κι έτσι σαν σε παραμύθι, περνούσε ο καιρός.

Το φεγγάρι έμοιαζε με κλεφτοφάναρο, καθώς δανειζόταν την αυλή της. Είχε ξεχάσει την γοητευτική λάμψη του, είχε ξεχάσει ακόμη και να ρίξει επάνω του ένα μόνο βλέμμα, όπως κάποτε.
Σκυθρωπή, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, έγραφε, έγραφε, έγραφε..

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..

Ξύπνησε χρόνια μετά, μπορεί να ήταν κι εκατό, βρίσκοντας γύρω της βουνά από χαρτιά. Το στόμα της ήταν στεγνό, με κόπο σύρθηκε ως την βρύση.
Σκούπισε γρήγορα γρήγορα με την ανάποδη της παλάμης τα νερά και χώθηκε κάτω από τα χαρτιά, τράβηξε μερικά, φόρεσε τα γυαλιά της μήπως δει καλύτερα, έψαξε να βρει τις φράσεις, μα περίεργο, ήταν όλα άδεια, μοναχά κιτρινισμένα από το πάλιωμα του χρόνου..

Άναποδογυρισμένο το ποτήρι, και το γιασεμί να μυρίζει ακόμη..

Monday, February 02, 2009

ένα ακόμη όνειρο, από τα πιό όμορφα..

Φλεβάρης.

Ντύνομαι με χρώματα πολλά, το ένα να σκεπάζει το άλλο. Στα χέρια ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια σε πράσινο σμαραγδί, που φτάνουν ως τους αγκώνες και αφήνουν τα δάχτυλα ακάλυπτα. Κρυώνω. Δυναμώνω την φωτιά με τσαλακωμένα ποιήματα. Θεριεύει και με ζεσταίνει γιά μία και λιγοστή στιγμή. Σκέφτομαι τις άδειες τσέπες μου που έχασαν τα χαιδέματα των στίχων.

Ξεφυλλίζω προγράμματα σε τόνους γήινους. Τραβάω βαθιά μέσα μου τον καπνό ενός απαγορευμένου τσιγάρου. Παίζω με την γλώσσα μου το χείλος του φλυτζανιού που με φιλεύει καφτό καφέ.

Η2Ο. Ως το λαιμό.
Έχω ακόμη γεύση από Χριστούγεννα και ξεχασμένες καραμέλες με άρωμα βανίλιας. Σε τι να χρησιμοποιούσαν άραγε τα υπόγεια ενός ας πούμε οικοτροφείου, στο παρελθόν; Βλέπω πηρούνες, κουτάλες και υπερμεγέθεις χύτρες να χαμογελούν σε χέρια παιδικά και μάτια όλο παράπονο. Αδύνατα ποδαράκια τακτοποιούνται σε καρέκλες ξύλινες γύρω από ένα τεράστιο τραπέζι.

Με ακολουθεί ο απόηχος ενός θεατρικού σπαραγμού. Μιά φωνή που τρέχει ανάμεσα σε πανύψηλες λεύκες. Ρίχνω επάνω της μία ζακέτα σε χρώμα κόκκινο και μετά σιωπή.

Σςςς!!! Ένα ακόμη όνειρο, έφτασε στο τέλος του..

Sunday, February 01, 2009

La Boheme... εν περιλήψει

Πράξη 1

Είναι παραμονές Χριστουγέννων του 1830 και κάπου κοντά στο κοσμικό Quartier Latin, σε μιά φτωχική σοφίτα, ο Ροντόλφο προσπαθεί να γράψει ένα ποίημα και ο Μαρτσέλο να ζωγραφίσει.
Το κρύο είναι τόσο τσουχτερό που τους αναγκάζει να κάψουν στην σόμπα κάτι παλιά χειρόγραφα, γιά να ζεσταθούν. Σε λίγο φθάνει ο Κολίν, ο φιλόσοφος της παρέας και μαζί του δυό νέοι. Φέρνουν φαγητό, κρασί, πούρα, αλλά και ξύλα γιά την σόμπα. Τους ακολουθεί ο Σονάρ, ο τέταρτος συγκάτοικος, ο μουσικός, που μόλις έχει κερδίσει κάτι χρήματα και καλεί τους φίλους του να βγουν έξω και να γιορτάσουν τη νύχτα των Χριστουγέννων.
Ο ιδιοκτήτης της σοφίτας ο Μπενουά, εισέρχεται γιά να ζητήσει τα καθυστερούμενα νοίκια. Οι φίλοι καταφέρνουν να τον μεθύσουν και τότε ξεχνά τον σκοπό της επισκέψεως του διηγούμενος ιστορίες. Οι μποέμ, με το πρόσχημα ότι αυτές τους έχουν σοκάρει, τον πετάνε έξω και ξεκινούν γιά το βραδινό τους γλέντι. Αφήνουν πίσω τους τον Ροντόλφο που παραμένει μέχρι να τελειώσει την εργασία του.
Ακούγεται ένα αδύναμο χτύπημα στην πόρτα και εμφανίζεται η Μιμή, η χαριτωμένη αλλά άρρωστη γειτόνισσα τους που ζητά φωτιά να ανάψει το κερί της. Λιποθυμά και ο Ροντόλφο την συνεφέρει. Τον χαιρετά και φεύγει, επιστρέφει όμως πολύ γρήγορα πίσω, αφού έχει ξεχάσει το κλειδί της.
Ένα ρεύμα αέρα σβήνει την φλόγα και το σκοτάδι ενώνει τα χέρια τους, ενώ οι δύο νέοι εξομολογούνται τον έρωτα τους.

Πράξη 2

Το ερωτευμένο ζευγάρι, η Μιμή κι ο Ροντόλφο κατευθύνονται προς το Cafe Momus να βρουν τους φίλους τους και να δειπνήσουν μαζί τους.
Εκεί συναντούν την Μουζέτα έναν παλιό έρωτα του Μαρτσέλο που συνοδεύεται από έναν ηλικιωμένο πλούσιο κύριο, τον Αλτσιντόρο.
Ο έρωτας ξυπνά και πάλι γιά τους παλιούς εραστές, ενώ η πονηρή Μουζέτα καταφέρνει να ξεφορτωθεί τον συνοδό της στέλνοντας τον να της αγοράσει παπούτσια. Το γλέντι συνεχίζεται, τα λεφτά όμως δεν φτάνουν γιά την πληρωμή.
Φεύγουν όλοι μαζί και η Μουζέτα αφήνει ενθύμιο το λογαριασμό στον πρώην προστάτη της. Αυτός που σε λίγο έρχεται με το δώρο του γιά την προστατευόμενη του, καταρρέει στη θέα του ποσού.

Πράξη 3

Είναι νωρίς το πρωί στην Barriere d'Enfer, στο παλιό τελωνείο του Παρισιού.
Η Μιμή αναζητά τον Μαρτσέλο που εργάζεται εκεί και ζητά την βοήθεια του. Αγαπά αληθινά τον Ροντόλφο, αλλά αυτός δε συμπεριφέρεται όπως πρώτα. Έχουν μαλώσει και την εγκατέλειψε.
Ο Ροντόλφο εμφανίζεται στην σκηνή και η Μιμή κρύβεται πίσω από μία κουρτίνα γιά να μην την δει. Εκεί μαθαίνει το μυστικό του. Ο αγαπημένος της γνωρίζει πως είναι βαριά άρρωστη. Ο δυνατός της βήχας την προδίδει και αναγκάζεται να εμφανιστεί.
Ενώ οι ερωτευμένοι ξανασμίγουν, αποφασίζοντας να είναι μαζί ως την άνοιξη, ο ζηλιάρης Μαρτσέλο καυγαδίζει με την Μουζέτα κατηγορώντας την ότι δεν του είναι πιστή.

Πράξη 4

Πίσω στη φτωχική σοφίτα ο Μαρτσέλο και ο Ροντόλφο προσπαθούν να εργαστούν, σκέφτονται όμως τις ερωμένες τους και τραγουδούν νοσταλγικά.
Ο Σονάρ και ο Κολίν φέρνουν φαγητό και διασκεδάζοντας την φτώχεια τους οι μποέμ χορεύουν και τραγουδούν.
Ξαφνικά εμφανίζεται η Μουζέτα, πολύ αναστατωμένη και τους ανακοινώνει ότι η Μιμή είναι βαριά άρρωστη, αδύναμη και περιμένει κάτω. Ο Ροντόλφο την βοηθά να ανέβει ενώ η Μουζέτα διηγείται στους μποέμ το παρελθόν της Μιμής. Η φίλη τους χρειάζεται επειγόντως ιατρική βοήθεια, ενώ χρήματα δεν υπάρχουν.
Τα σκουλαρίκια της Μουζέτ, το πανωφόρι του Κολίν, προσφέρονται ενέχυρο γιά την εξεύρεση των αναγκαίων. Η Μιμή και ο Ροντόλφο μόνοι, θυμούνται στιγμές ευτυχίας από το παρελθόν.
Η Μιμή έχει ήδη αποκοιμηθεί. Όταν επιστρέφουν οι μποέμ, η Μιμή πεθαίνει, Η Μουζέτα προσεύχεται και ο Ροντόλφο σπαράζει πάνω από την αγαπημένη του.
Η Μιμή είναι... νεκρή.

η αντιγραφή από το πρόγραμμα της παράστασης..

Wednesday, January 28, 2009

''La Boheme''


Η όπερα “La Bohème” του G. Puccini από την Όπερα Θεσσαλονίκης, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Γιά περισσότερες πληροφορίες ρίξτε μιά ματιά εδώ

Sunday, January 25, 2009

λεκέδες στο πανί

Έτσι, καθώς
το φως
κι η σκιά
κυλούν το χάδι στην

ψ
υ
χ
ή

μ
ο
υ
!


Ένα Σάββατο λίγο πριν το δειλινό..

Saturday, January 24, 2009

φεγγάρι..


Φεγγάρι
μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
να βάλω μέσα τις γροθιές μου
να τις δαγκώνω
ως να ματώσουν.


Γ. Χολιαστός

Friday, January 23, 2009

tea or chocco-coffe time?

Ψαχουλεύω, το συρτάρι του κομοδίνου, εκείνο με τις αμέτρητες παγωμένες στιγμές σε τόνους
ασπρόμαυρους. Πρόσωπα πολύ πολύ αγαπημένα. Παρελθόντος χρόνου. Δαντελένιες ακμές γλυκαίνουν την αφή μου.
Ελάτε να τις δούμε παρέα. Να τις πιάσουμε μία μία και να θυμηθούμε την ιστορία της.
Μικρή, σε όλες τις φωτογραφίες ήμουν κλαμμένη. ''Δεν θέλω σας λέω''.
''Ντύσου παιδί μου να πάμε βόλτα''.. ''δεν θέλω''.. ''ντύσου και θα βγούμε και φωτογραφίες''..
έλα όμως που ή μαμάκα μου με ήθελε και με το παλτουδάκι μου, και το γιακαδάκι μου, και το σκουφάκι μου και τις φουντίτσες μου.. ''δε θέλωωω'' ούρλιαζα αλλά ποιός με άκουγε;
Έτσι, όταν ερχόταν η ώρα της φωτογράφισης, του έδινα να καταλάβει, σιγά μη τους της χάριζα. Όχι που θα περνούσε το δικό τους!!!

Γαλλικό πίνω σήμερα. Γαλλικό με λίγο γάλα.
Αλλά φτιάχνω και ωραίο καπουτσίνο, με κρέμα να ξεχειλίζει από το ποτήρι. Κανέλλα και τρίμματα σοκολάτας.
Ελληνικό μέτριο σπέσιαλ. Με ένα ''αχ'' και με δύο αν θέλετε να κρύβει μέσα του. Στον γλυκό θα τα χαλάσουμε. Δεν τα καταφέρνω.
Φραπεδάκι ή νες; Με σφιχτοδεμένο αφρό κτυπημένο με το κουτάλι;
Γιά γλυκά μόνο μη μου μιλάτε. Γιατί είναι μεγάλος πειρασμός και δε βρίσκομαι στην σωστή φάση.

Μιά Παρασκευή, βροχερή. Και με έναν αέρα που θα μας πάρει και θα μας σηκώσει.
Τσιγάρο άναψα μα δε το έφτασα στο τέλος. Έτσι είμαι εγώ. Ή όλα μαζί ή... Δυσκολεύομαι στα γκρί. Ίσως και γι αυτό να παλεύω τόσο με το τίποτα.
Ξαναδιαβάζω την ''πρόβα του νυφικού''.. παρωχημένα πράγματα θα μου πείτε. 1994, έτσι σημειώνω στην πρώτη σελίδα του βιβλίου.

Έπαιξα γιά χάρη της θαλασσινής ..
Όσοι θέλετε να παίξετε, απλά πιείτε καφέ μαζί μας όπως εσείς το αισθάνεστε.
Εγώ καλώ τους..
2loveme
naiada
aggelos
amo
εις επήκοον

οι φωνές

  Φυσικά και μου αρέσει να είναι όλα τακτοποιημένα στα κουτάκια τους.  Όμως θέλω αυτά τα κουτάκια να είναι μαλακά και απαλά.  Και θέλω να φύ...