Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..Έβγαλε ένα σωρό χαρτιά, και χαρούμενη τα αράδιασε μπροστά της.
Κομμένες σελίδες από ημερολόγια, χρωματιστά τετράγωνα post it, γραμμένες χαρτοπετσέτες, και μιά σημείωση, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, δυό τρεις λέξεις, από την κάτω πλευρά του χρυσαφί Karelia.
Ένα ποτήρι του νερού, και μέσα ένα μπουκετάκι γιασεμί να μοσχοβολά ο τόπος.
Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..
Σταμάτησε λίγο να σκεφτεί.
Έψαχνε έναν ιδιαίτερο τρόπο, μία ειδική οπτική γωνία, να αδειάσει την ψυχή της. Να ξεδιπλώσει το μέσα της. Να ξεριζώσει ό, τι είχε τρυπώσει με δόλο ή ηθελημένα και κυλούσε στις φλέβες της μαζί με το κατακόκκινο αίμα, ομάδος Ο θετικού.
Δεν ήταν σπάνια. Ούτε αυτή ήταν δακτυλοδεικτούμενη. Μιά κοινή γυναίκα ήταν που από τα νιάτα της ακόμη περνούσε απαρατήρητη, πόσο μάλλον τώρα που καβαντζάριζε τα πενήντα. Μισό αιώνα ζωής!
Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..
Τις λάτρευε αυτές τις στιγμές, τις έβλεπε κάπως σαν ψυχοθεραπεία. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να υπολογίσει, τα λεφτά που κέρδιζε. Ένα εξηντάρι την φορά, πριν μία πενταετία της έπαιρνε η ψυχολόγος. Και μετά από παρακαλητά, γιατί η κανονική τιμή, ήταν ένα δεκάρικο ευρώ παραπάνω. Έκπτωση είχαν μονάχα οι έχουσες απόλυτη οικονομική ανάγκη, οι χωρισμένες, αυτές που μεγάλωναν μόνες τους τα παιδιά κλπ.
Το τσιγάρο να αργοσβήνει ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού κι ο καφές με γεύση μαύρης σοκολάτας να κρυώνει στην χούφτα του δεξιού.
Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..
Κι οι σκέψεις να απλώνονται βίαια στο χαρτί. Λέξεις ασύνδετες μεταξύ τους εκ πρώτης όψεως. Ήταν το παιχνίδι της να τις ταιριάζει. Να τις στοιχίζει, να τις τοποθετεί στην σωστή σειρά, σα μιά μπουγάδα ασπρόρουχα, απλωμένα στην εξοχή, πιασμένα το καθένα με το δικό του ασημί μανταλάκι, από το τεντωμένο σκοινί. Και να μυρίζουν τόσο όμορφα!
Τίποτα το μαγικό. Έγραφε όσο πιό απλά μπορούσε. Όσο πιό αληθινά. Γιά το φθινόπωρο, έγραφε γιά φύλλα ξερά, σε τόνους γήινους, που έφευγαν πέρα δώθε με το πρώτο φύσημα του ανέμου. Την άνοιξη, έβαζε τις κερασιές να ανθίζουν σε χρώματα ροζ. Έφτιαχνε πέπλο μ αυτά τα λουλούδια και σκέπαζε τον ουρανό. Διάλεγε κι ένα σμήνος μέλισσες να βουίζουν, χορτάτες από γύρη. Ο ήλιος να καίει με πάθος!
Ένοιωθε τα δάχτυλα της να μυρμηγκιάζουν από την κίνηση.
Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..
Και γράφοντας να έρχονται κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα τόσα πολλά!!!
Ξεχνούσε που τέλειωνε η αληθινή της ζωή και που άρχιζε η πραγματική. Το πρόσωπό της άσπριζε από την προσπάθεια να θυμηθεί σε ποιό σημείο μπερδευόταν με τις ζωές των άλλων, εκείνων από κινηματογραφικούς ρόλους, ή τους χάρτινους ήρωες των σελίδων των βιβλίων.
Δημιουργούσε έναν έρωτα, στο πιτς φυτίλι. Και λόγια ψιθυριστά, κι υποσχέσεις, και σεντόνια ιδρωμένα, αναστεναγμούς, βογγητά, χάδια, σαλιωμένα φιλιά, και πόθους αμέτρητους.
Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..
Σαν υπνωτισμένη, δεν διέκρινε την μέρα από την νύχτα.. κι ούτε άκουγε τις κουβέντες που λέγονταν γύρω της..
Επίμονα κτυπήματα στην πόρτα, το ντλιν ντλον του κουδουνιού, ούτε που τα έδινε σημασία, κι έτσι σαν σε παραμύθι, περνούσε ο καιρός.
Το φεγγάρι έμοιαζε με κλεφτοφάναρο, καθώς δανειζόταν την αυλή της. Είχε ξεχάσει την γοητευτική λάμψη του, είχε ξεχάσει ακόμη και να ρίξει επάνω του ένα μόνο βλέμμα, όπως κάποτε.
Σκυθρωπή, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, έγραφε, έγραφε, έγραφε..
Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ..
Ξύπνησε χρόνια μετά, μπορεί να ήταν κι εκατό, βρίσκοντας γύρω της βουνά από χαρτιά. Το στόμα της ήταν στεγνό, με κόπο σύρθηκε ως την βρύση.
Σκούπισε γρήγορα γρήγορα με την ανάποδη της παλάμης τα νερά και χώθηκε κάτω από τα χαρτιά, τράβηξε μερικά, φόρεσε τα γυαλιά της μήπως δει καλύτερα, έψαξε να βρει τις φράσεις, μα περίεργο, ήταν όλα άδεια, μοναχά κιτρινισμένα από το πάλιωμα του χρόνου..
Άναποδογυρισμένο το ποτήρι, και το γιασεμί να μυρίζει ακόμη..


