Tuesday, December 22, 2015

τυχαία βήματα





Η βόλτα από την άλλη πλευρά της πόλης,  μοιάζει με περίπατο στο δάσος,  έχει άρωμα εξοχής,  διαφορετική διακόσμηση,  βλέμμα προς το βουνό και ένα σωρό χαμηλοφωτισμένα παράθυρα που μισοκρύβουν στολισμένα δέντρα.  Μπαλκόνια με ατέλειωτες λαμπερές,  χρωματιστές γιρλάντες και μια υποψία από τις ψυχές που ζουν σε αυτά τα διαμερίσματα.  Μια διάθεση του περαστικού διαβάτη να ανακαλύψει τι κρύβει το εσωτερικό των σπιτιών,  πως να είναι άραγε οι κάτοικοι,  τι να τους προβληματίζει,  να νοιώθουν χαρά ή λύπη;  Κάτι που δεν μάθει ποτέ όσες φορές κι αν σταθεί δύο ή τρία λεπτά απέναντι κι όσο κι αν αφουγκραστεί κινήσεις και σκιές.  

Sunday, December 20, 2015

ένα κομμάτι από χριστούγεννα





Βγαίνω για καφέ με φίλη.  Φίλη καλή,  φίλη σχεδόν από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου,  φίλη πολύ,  φιλία με χρόνια και γεγονότα στην πλάτη της που δεν αμφισβητείς!  Φοράμε και οι δύο ροζ.  Κρυώνω,  έχω κουμπωμένο στο λαιμό ένα κασκόλ φλις.  Βεραμάν με κίτρινο.
Το καφέ ένας χώρος ζεστός,  στον πρώτο όροφο μιας οικοδομής,  γεμάτος γυναίκες.  Νωρίς το πρωί οι άντρες ασχολούνται συνήθως με πιό σημαντικά.  Δεξιά μου στον τοίχο ένας πίνακας σε αποχρώσεις του κίτρινου με μια στάλα μαύρου.  Μια μαύρη γάτα!  Καπουτσίνο διπλό εγώ,  καπουτσίνο αυτή.  Μιλάμε,  μιλάμε,  μιλάμε..  μόνο με σένα συμβαίνει αυτό λέει.  Μ' αρέσει η σχέση λέω,  μ'  αρέσει να έχω απέναντι μου κάποιον που αγαπώ και να κουβεντιάζω θέματα.  Αντίθετα,  δεν μου πολυαρέσει η παρέα.  Ο πολύς ο κόσμος.  Εκεί χάνομαι.
Μεσημεράκι πιά φεύγουμε.
Κερνάω τους καφέδες,  κατεβαίνουμε κάτω.
Θέλω να κουμπώσω το φερμουάρ του μπουφάν μου χρειάζομαι και τα δυό μου χέρια,  συγκρατώ το φλις κασκόλ μου κάτω από τη μασχάλη.
Προχωράμε,  φτάνουμε στις διαβάσεις της Αριστοτέλους.
- 'να κι ο καστανάς  μου δείχνει.
-  ο γνωστός;
-  ο γνωστός μη εξαιρετέος!
Γελάμε!
Και τότε ακριβώς διαπιστώνω πως μου λείπει το κασκόλ.  Το ζεστό μου φλις κασκόλ.  Το βεραμάν με κίτρινο, μοναδικό φλις κασκόλ μου.
Γυρνάμε πίσω,  ψάχνουμε επάνω στο καφέ..  τίποτα.
Ξανακατεβαίνουμε κάτω με μούτρα κατεβασμένα.
Δεν πολυνοιάζομαι αλλά δεν ήθελα και να το χάσω.
Και τότε το βλέπω,  ακριβώς δεξιά μου,  ανοιχτό πλάι σ' ένα τσιμεντένιο πεζούλι.  Κάποιος το είδε και το μάζεψε.  Δεν το πήρε,  το μάζεψε μη τυχόν και γυρνούσα να το ψάξω.  Κάποιος ίσως,  που είδε κάτι που δεν πήρα μυρωδιά εγώ.
- αα να 'το είπα ..  ωωω θενκ γιου,  θενκ γιου,  θενκ γιου είπα απευθυνόμενη σε έναν αόρατο άγνωστο,  σχεδόν χοροπηδούσα μη μπορώντας να κρύψω τη χαρά μου.

Νομίζω πως και οι δύο εκείνη τη στιγμή νιώσαμε λίγο σαν να μας ανήκε ένα κομμάτι από χριστούγεννα!



Saturday, December 12, 2015

σαν πολλές, μικρές, χριστουγεννιάτικες ιστορίες





1979 Παραμονή χριστουγέννων 

Είμαι στον καναπέ του πατρικού μου σπιτιού,  στο σαλόνι.  Δεξιά μου στολισμένο το χριστουγεννιάτικο δέντρο.  Οι γονείς λείπουν.  Έχουν πάρει την αδερφή μου μαζί κι έχουν πάει σε μια θεία που έχει εξοχικό στη Χαλκιδική.  Προηγήθηκε καυγαδάκι με αρκετή ένταση του τύπου ''θα έρθεις μαζί μας;''  ''όχι δεν έρχομαι''  κλπ κλπ
Έχω καλέσει την Λ.,  κάθομαι στον καναπέ,  ανάβω τσιγάρο,  είναι απέναντι μου και με τραβάει φωτογραφία.  Πουθενά δεν έχω δει το πρόσωπο μου πιο γλυκό από αυτό το παλιό χαρτί.  Φαίνεται καθαρά το τσιγάρο και η φλόγα από ένα mini αναπτήρα bic.
Σε δυό μήνες κλείνω τα 18,  δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτό,  δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω αλλά το νιώθω μεγάλο.  Δεν μπορώ να κρύψω την λαχτάρα μου για το αύριο!
Με την Λ. έχουμε χαθεί εδώ και χρόνια.

 1983 Παραμονή χριστουγέννων 

Ξυπνάω σε σπίτι συγγενών.  Είμαι μαζί του.  Η κοιλιά μου είναι φουσκωτή και δυσκολεύομαι να περπατήσω,  το μωρό κάποιες φορές κλωτσάει,  κι άλλες πιάνω τον αγκώνα ή το κεφαλάκι του.  Θέλω όλοι,  μαζί με τα δικά μου δώρα,  να θυμούνται και το μωρό.  Σαν ήδη να έχει γεννηθεί,  σα να είναι δεδομένο πως υπάρχει στη ζωή μας.  Κανείς δεν το σκέφτεται έτσι,  μόνο εγώ αγοράζω πράγματα,  ρουχαλάκια,  κουδουνίστρες,  πλέκω ζακετάκι.

1996 Παραμονή χριστουγέννων

Κλαίω σα καλομαθημένο παιδάκι γιατί δεν μου κάνουν το χατήρι.  Ποιός μου χρωστούσε;  Κανείς!
Παρ΄ όλα αυτά γεμίζω το μαγαζί μου με χρυσούς και ασημένιους αγγέλους.  Βιενέζικες χριστουγεννιάτικες μπάλες και χειροποίητα στολίδια.  Ένα φανταστικό ξύλινο αλογάκι από καρουζέλ γίνεται δικό μου.  Οι πελάτες μου μπαίνουν και βγαίνουν,  μου αφήνουν τις ιστορίες τους.

2010 Παραμονή χριστουγέννων

Είμαστε στη ''ζώγια''  ένα ρομαντικό καφέ στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου στην Τσιμισκή.  Έχουμε παραγγείλει και μιλάμε.  Δεν ξέρουμε τι ακριβώς λέμε,  οι λέξεις μας είναι βαριές και κατασταλαγμένες,  θα έλεγα κάθετες και κρύβουν φόβο και άγνοια.  Θυμάμαι να μου λέει ''δυστυχώς πτωχεύσαμε'',  θυμάμαι κάθε φωνήεν και κάθε σύμφωνο με προφορά,  θυμάμαι ένα αίσθημα γενικής απελπισίας και απόγνωσης μαζί με συναισθήματα ενοχής.  Τα ''δεν''  ολοστρόγγυλα.  Δεν πετύχαμε,  δεν τα καταφέραμε.  Τα κάναμε μαντάρα.


2012 Παραμονή χριστουγέννων

Ξεκινάμε μια μεγάλη βόλτα,  Αριστοτέλους ψηλά στα όρια του προφήτη Ηλία,  και μέσα στα στενά ως το Αλατζά Ιμαρέτ.  Μπαλκόνια που φιλάνε την άσφαλτο,  απλυσιά,  φτώχεια.  Ένας άλλος κόσμος,  μια άλλη πόλη.  Μικρά παιδιά με κρυμμένα παιχνίδια στις τσέπες των παντελονιών τους και μύξες πασαλειμένες στο πρόσωπο.  Θεσσαλονίκη του 1960!
Γυρνάμε στο κέντρο και καθόμαστε να φάμε γύρο στου Στρατή.  Δίπλα μας μια ένα γέρικο πλάσμα ακαθορίστου φύλου,  κλοσάρ.
Μια ιδιαίτερη ψύχρα παντού.

2015 λίγες μέρες πριν την παραμονή των χριστουγέννων

Θέλω χρόνια να φτιάξω ένα σπιτάκι.  Από ζυμάρι που θα μυρίζει κανέλα και τζίντζερ.  Με πολύ χιόνι από ζάχαρη και γεμάτο καραμέλες.  Το κάνω φέτος.  Μου παίρνει χρόνο αλλά το αποτέλεσμα αξίζει τον κόπο.  Από τις βόλτες στην αγορά προτιμώ τις βόλτες στην παραλία.  Όχι πάντα,  όταν μπορώ κι όταν δεν κάνει κρύο.  Βλέπω τον κόσμο που ψωνίζει,  δεν χρειάζομαι ρούχα,  χρειάζομαι ιστορίες,  βιβλία,  ταινίες.  Χρειάζομαι εσένα.  Στην αριστοτέλους γίνεται χαμός από παιχνίδια,  κι εμείς ούτε ένα άλλοθι για να ανέβουμε έστω σε ένα από αυτά.  Αν μπορούσα θα διάλεγα τον πάγο.  Θα ήθελα να τσουλάω σαν να με φυσάει αεράκι.  Κι ας έπεφτα.  Χθες διάβασα πως μαζέψανε τον καστανά της γωνίας.  Ναι,  αυτόν τον γνωστό που κάποτε μας γέμισε δυο χάρτινα χωνάκια με σκουλικιασμένα κάστανα.  Αλλά δεν τον αντιπαθήσαμε ποτέ.  Ζεσταινόταν τα μάτια μας κάθε φορά που περνούσαμε από τον μπάγκο του.  Λιποθύμησε είπαν φωνάζοντας πως είναι αθώος.  Όλοι είμαστε αθώοι!  Κατέσχεσαν το καρότσι του,  ήρθε και το ασθενοφόρο.
Η μαμά μου μου έφερε δώρο.  Ένα κατακόκκινο κουτί γεμάτο μπισκότα.  Σα να φέρνεις γλυκά στο σπίτι του διαβητικού.  Δεν είπα όχι.  Είπα ευχαριστώ.  Έβαλα το κουτί στην αγκαλιά του μπαμπά μου και του είπα ΄΄πάρε''.  Ο μπαμπάς μου είναι άρρωστος.  Έχει την κακιά αρρώστεια.  Ο μπαμπάς μου είναι 84,  αλλά μοιάζει 70.   Εσωτερικά!  Στη δύναμη και την αισιοδοξία.  Θα συνέβαινε και στην εμφάνιση του αν ο καρκίνος δεν του κομμάτιαζε ό,τι όμορφο υπήρχε στο πρόσωπο του.  Βλέπω παλιές φωτογραφίες.
Τον καμαρώνω και λυπάμαι,  πόσο λυπάμαι.

1964 περίπου,  παραμονή χριστουγέννων

Φοράω μια φουστίτσα κλος,  άσπρο χοντρό καλτσονάκι,  μάυρα παπούτσια με μπαρέτες.  Είμαι παχουλή με φουσκωτά μαγουλάκια.  Τα μάτια μου είναι κόκκινα αλλά αυτό δε φαίνεται στη φωτογραφία που είναι ασπρόμαυρη.  Κλαίω επειδή με τσιμπάει το καλτσόν τα μπουτάκια μου.  Δεν θέλω να με βγάλουν φωτογραφία αλλά με βγάζουν.  Δίπλα μου ακριβώς ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με ασημένιες γιρλάντες σα σταλακτίτες.  Μπροστά μου ο πατέρας μου,  πολύ όμορφος με ένα λεπτό μουστακάκι στο πάνω χείλος του.  Τα μάτια του γαλανά,  το βλέμμα σπινθηροβόλο όλο λαχτάρα για το σήμερα,  για το αύριο.  Ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου μετανάστες και μαζί κι εγώ.  Τρία τέσσερα χρόνια από την ζωή μου.  Ίσως τα καλύτερα μπαμπά.

Μπαμπά,  μπαμπά μ ακούς;  Δεν κατακτήσαμε τον κόσμο,  ούτε εγώ ούτε κι εσύ,  δεν βάλαμε ούτε ένα λιθαράκι να τον κάνουμε καλύτερο.  Μαζί πεθαίνουμε.  Πεθαίνουμε για αυτό έλα να μιλήσουμε όσο ακόμη είναι καιρός,  έλα να φιληθούμε,  να αγκαλιαστούμε,  να φάμε μπισκότα,  να σου πω ιστορίες,  να τσακωθούμε..  


στη φωτογραφία το μπισκοτόσπιτο που έφτιαξα και το καμαρώνουμε όλοι μαζί :)
όλες τις λεπτομέρειες για την κατασκευή του τις βρήκα εδώ


Friday, December 11, 2015

χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Μιά φορά κι έναν καιρό,  ήταν ένα κουνέλι που άκουγε στο όνομα Τζόυ.  Ένα πολύ όμορφο,  καμαρωτό μικρούλι κουνελάκι,  που δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα,  παρά να τρέχει στους αγρούς,  να τρυπώνει σε τρύπες και να κλέβει από του κήπους νόστιμα πορτοκαλιά καρότα για να γεμίζει μ αυτά τη νηστική κοιλίτσα του.
Οι γονείς του,  ο μπαμπάς του ο κυρ Κούνελος κι η μαμά του η κυρά Κουνέλα  εργάζονταν σκληρά.  Σχεδόν όλη μέρα και σχεδόν όλη νύχτα,  βρίσκονταν
στο εργαστήριο τους,  και με τα μαλακά πινέλα τους και τις χίλιες τόσες αποχρώσεις χρωμάτων σε διάφορα σωληνάρια και μπουκαλάκια που διέθεταν,  έβαφαν όμορφα,  στρογγυλά αβγά,  άλλες φορές αληθινά κι άλλες φορές σοκολατένια.  Ναι..  καλά διαβάσατε..  αυτό ακριβώς ήταν το επάγγελμα τους και καθόλου δεν χασομερούσαν γιατί έπρεπε να βάψουν ένα πάρα πολύ μεγάλο αριθμό αβγών,  τα οποία και θα μοίραζαν στα σπίτια των κατοίκων όλης της χώρας, την άνοιξη,  στα πλαίσια μιας πολύ γνωστής και μεγάλης γιορτής.
 Το μικρούλι κουνελάκι,  όταν έκανε διάλειμμα από τα χοροπηδήματα του, συχνά πυκνά,  έμπαινε στο εργαστήριο των γονιών του και τους βοηθούσε!     Βαριόταν όμως,  βαριόταν απίστευτα πολύ γιατί ήταν Δεκέμβρης,
και γιατί έκανε πολύ κρύο κι έτσι αναγκαστικά,  δούλευαν στο υπόγειο εργαστήριο τους που δύσκολα έβλεπε ήλιο αλλά και γιατί ένα εργαστήριο με μοναδική πρώτη ύλη αβγά και σωληνάρια με χρώματα του φαινόταν απίστευτα μονότονο και ανιαρό.   Πφφφ φύσαγε και ξεφύσαγε..  μ αρέσει πολύ όταν τρέχω στα λιβάδια,  μ αρέσει κι όταν τραγανίζω καρότα,  αλλά δεν μ΄αρέσει καθόλου να πηγαίνω στο εργαστήριο των γονιών μου, μουρμούραγε.

Το τριχωτό του κεφαλάκι ήταν γεμάτο ερωτηματικά, γιατί να.. το προηγούμενο κι όλας βράδυ,  που πέρναγε κάτω από το παράθυρο των γειτόνων τους,  που είχαν δύο αγόρια ίσαμε τη δική του ηλικία,  άκουσε να μιλούν με λέξεις που δεν ήξερε ως τώρα,  λέξεις άγνωστες,  όπως άγιος βασίλης,  κόκκινος σκούφος,  γενειάδα,  δώρα,  ξωτικά! 
Στο σπίτι του δεν μιλούσαν ποτέ για τέτοια πράγματα,  είχε μάλιστα την αίσθηση πως αν τα συζητούσε με την μητέρα του,  αυτή θα θύμωνε,  θα θύμωνε πάρα πολύ..
Έπρεπε λοιπόν να ψάξει και να βρει μόνος του την άκρη,  ήταν πια αρκετά μεγάλος για να μάθει ποιός είναι αυτός ο άγιος Βασίλης και τι στο καλό ήταν αυτό το πράγμα που το έλεγαν χριστούγεννα!
   Μια και δυό λοιπόν,  παίρνει τα μικρά τριχωτά του ποδαράκια και περπατάει,  και περπατάει,  ώσπου εκεί που πήγαινε.. ακουμπισμένο σε ένα γέρικο δέντρο,  να 'σου ένα πλάσμα περίπου στο ύψος του και με μορφή ανθρώπινη.
- Καλώς το κουνέλι είπε με λεπτή και τσιριχτή φωνή το πλάσμα Ψάχνεις κάτι μικρέ μου;
- Πάω να βρώ τον άγιο βασίλη και τα χριστούγεννα,  αποκρίθηκε το μικρό κουνελάκι που δεν έκρυβε καθόλου τον φόβο του.
- Χμ,  χμ,  χμ είπε το κοντό ανθρωπάκι,  έπεσες πάνω στο σωστό άνθρωπο..  δούλευα χρόνια για την πάρτυ του,  είμαι ένα παλιό ξωτικό που τώρα πια έχει βγει στη σύνταξη,   και τον κοίταξε από πάνω ως κάτω..
- Μοιάζεις να είσαι από άλλο παραμύθι,  αλλά ας είναι..  πάμε και με ένα πήδο βρέθηκε στο μονοπάτι,  γνέφοντας με τα χέρια του,  να τον ακολουθήσει.
Μμμ,  ώστε έτσι λοιπόν είναι τα ξωτικά,  σκέφτηκε το μικρό κουνέλι που φοβόταν,  φοβόταν τόσο που αν ήταν εδώ η μαμά του θα έτρεχε σίγουρα να κρυφτεί με δύναμη στην αγκαλιά της,  και η αλήθεια είναι πως είχε αρχίσει να την σκέφτεται πολύ.
Σίγουρα θα ανησυχούσε..  γιατί η μαμά του,  πάρα πολλές φορές του είχε απαγορεύσει πολύ αυστηρά να απομακρύνεται και να χάνεται ώρες από το σπίτι,  πόσο μάλλον να ακολουθεί αγνώστους,  όμως τώρα,  έδινε στον εαυτό του κάθε δικαίωμα να μάθει πια για αυτόν τον περιβόητο ''άγιο'' και για αυτή την περίεργη λέξη που ηχούσε σαν καμπανούλα στα αυτιά του και που ήταν τα ''χριστούγεννα''
   Όπ!
Μια και δυό,  ακολούθησε χοροπηδώντας το ανθρωπάκι.  Τράβηξαν σε ένα στενό δρομάκι,  με πολλά σπίτια αριστερά και δεξιά,  που είχαν μεγάλες αυλές,  αλλά αν τις έβαζες δίπλα δίπλα όλες μαζί δεν έφταναν το λιβάδι του.  Είχαν όμως διαφορετικά δέντρα και λουλούδια,  και μάλιστα από τα κλαδιά κάποιων δέντρων κρέμονταν χρωματιστές μπάλες και ήταν στολισμένα με μπόλικες γιρλάντες από χρωματιστά λαμπιόνια που φώτιζαν όμορφα την κατά τα άλλα συννεφιασμένη μέρα.
- Εδώ είμαστε είπε το ηλικιωμένο ξωτικό και σταμάτησαν μπροστά στο πιο μεγάλο σπίτι που είχε δει ποτέ στην σύντομη ζωή του.  οι τοίχοι του σπιτιού,  ήταν βαμμένοι κόκκινοι και άσπροι και σε κάποια σημεία έμοιαζαν καφέ,  σαν μόλις να είχε βρέξει σοκολάτα.  Έτσι όπως πεινούσε,  θα μπορούσε να δοκιμάσει λίγο από εδώ και λίγο από εκεί,  αλλά το ανθρωπάκι με τα πράσινα ρούχα,  του έριξε ένα τέτοιο βλέμμα που ούτε που τόλμησε να απλώσει το χέρι του!

   Χτύπησαν μια μεγάλη,  πολύ μεγάλη πόρτα που άνοιξε χωρίς να εμφανιστεί κανείς και μπήκαν μέσα.
- Εμένα η αποστολή μου τελείωσε εδώ,  τσίριξε το κοντό ανθρωπάκι και
ως δια μαγείας,  μυστήριο πως, εξαφανίστηκε.
-Έπ..  που πας περίμενε φώναξε ο Τζόυ,  αλλά εν τω μεταξύ βρέθηκε σε μια πάρα πολύ μεγάλη σάλα.
- Ωωω !  τι είναι όλα αυτά..  έτριψε τα μάτια του έκπληκτος!
Και τότε τον είδε.  Καθόταν στο κέντρο του μεγάλου δωματίου,  ακριβώς όπως τον είχε φανταστεί.  με τα κόκκινα μάγουλα του,  την χοντρούτσικη μύτη του,  τη μακριά λευκή του γενειάδα,  τον κόκκινο σκούφο και το κατακόκκινο παντελόνι του.. στρουμπουλός,  στρουμπουλός και γεμάτος ενέργεια,  δούλευε πυρετωδώς δίνοντας οδηγίες σε απειράριθμα κοντούτσικα πλάσματα που κάθονταν γύρω του και που πάλευαν με πολύ υπομονή και επιμονή αλλά και αξιοζήλευτη μαεστρία,  να κατασκευάσουν,  το καθένα,  από ένα διαφορετικό παιχνίδι.  Γιατί παιχνίδια ήταν όλα αυτά επάνω στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι..  παιχνίδια που θα τα πήγαινε ο ίδιος ο άγιος βασίλης στα παιδιά τα χρ..  ααα ώστε αυτά ήταν λοιπόν τα χριστούγεννα..  και τι πολλά ξωτικάαα σκέφτηκε μαγεμένο.
   Το κουνελάκι μας καταντράπηκε και στενοχωρήθηκε,  άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του..  γιατί να μην είχαν κι οι γονείς του ,  ο κυρ Κούνελος κι η κυρά Κουνέλα ένα τόσο όμορφο και μεγάλο εργαστήριο;  Γιατί να μην έφτιαχναν κι αυτοί παιχνίδια;  Γιατί να είχε γεννηθεί σε ένα άλλο παραμύθι του χρόνου και όχι σ΄αυτό;  Ίσα που πρόλαβε να κάνει αυτές τις σκέψεις γιατί άκουσε μια χοντρή φωνή να του λέει:

- Γιατί κάθεσαι και δεν δουλεύεις εσύ; κι ένα δυνατό κατακόκκινο χέρι τον σήκωσε ψηλά και τσουπ τον ανέβασε σε μια καρέκλα που έμοιαζε τόσο μεγάλη,  σχεδόν όσο και το κρεββατάκι του.  Φρουτς,  κάποιος άλλος που σίγουρα ήταν ξωτικό, του πέταξε μπροστά του τα βαγόνια από ένα τραίνο,  έπιασε με τα χεράκια του ένα κατσαβιδάκι κι άρχισε να στερεώνει τις βίδες και τα παξιμάδια.  Ήταν πολύ χαρούμενο κι ευτυχισμένο και είχε και πάρα πολύ μεγάλο ταλέντο,  έτσι έκανε επιμελή δουλειά,  μα του φόρτωναν κι άλλα,  κι άλλα..  ώσπου κουράστηκε,  κουράστηκε τόσο πολύ που έκλειναν τα ματάκια του,  κι έτσι έγειρε στο κάθισμα του να κοιμηθεί.
- Τζόυ,  Τζόυ ξύπνα..
- Τζόυυυ..
- Τζόυ..
- Τζ..
Άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του,  τα έτριψε με τα δυό του χεράκια και είδε μπροστά του τη μητέρα του.
Μα πως;  Που;  που είναι οι άλλοι;  Που πήγε ο άι βασίλης; σκέφτηκε ερευνώντας το περιβάλλον γύρω του.
- Αχ μαμά μου,  μανούλα μου,  αν ήξερες!
- Και βέβαια ξέρω του απάντησε η μαμά του με φωνή που δε σήκωνε άλλη κουβέντα.

  - Κι επειδή πραγματικά ξέρω,  μόλις σηκωθείς από το κρεββάτι,  θα πάμε αμέσως να ψωνίσουμε παιχνίδια και στολίδια,  φέτος αποφασίσαμε να πάρουμε μια γενναία άδεια από το εργαστήριο μας με τον πατέρα σου για 15 ολόκληρες νύχτες και μέρες.  Μάλιστα αποφασίσαμε να σου πούμε μια πολύ ωραία ιστορία.
- Για τον άγιο Βασίλη;
- Βέβαια,  Και για αυτόν.. του είπε αυστηρά αλλά με τρυφερότητα κι άρχισε να του φοράει τις κάλτσες στα τριχωτά του ποδαράκια..  ο άγιος Βασίλης είναι..
- Ξέρω μαμά..  είπε ο Τζόυ και πήδηξε κυριολεκτικά από το κρεββατάκι του,  ο άγιος Βασίλης και τα χριστούγεννα είναι από άλλο παραμύθι αλλά μοιάζουν τόσο όμορφα και θέλω τόσο πολύ να τα ζήσουμε κι εμείς!
- Μπρος,  πάμε να αγοράσουμε στολίδια γρήγορα του είπε η μητέρα του..
και δώρα,  να φτιάξουμε και γλυκά..


  Κι έτσι,  αυτή τη χρονιά,  ο κύριος και η κυρία Κούνελου,  έκλεισαν το εργαστήριο τους που ανήκε σε κάποιο άλλο κομμάτι του χρόνου,  κι αποφάσισαν  κυρίως για χάρη του Τζόυ,  να του αφιερώσουν τον χρόνο τους,  γιορτάζοντας τα χριστούγεννα μέσα από την καρδιά τους.


-


  Έφτιαχνα ένα μπισκοτόσπιτο,  το οποίο αποδείχτηκε διόλου εύκολη υπόθεση και στο μυαλό μου τριγυρνούσε αυτό το μικρό τριχωτό κουνελάκι.  Έτσι γράφτηκε αυτό το τρυφερό παιδικό παραμύθι,  αλλά και για χάρη της Airis και το δρώμενο ''μικρές χριστουγεννιάτικες ιστορίες που θα τις βρείτε όλες γραμμένες εδώ - καλή απόλαυση!

Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο.






Wednesday, December 09, 2015

15 μέρες πριν





Και δέντρο στόλισα,  και όλα τα χριστουγεννιατικομπιμπλούδια έβγαλα στη φόρα,  και κόκκινο στεφάνι στην πόρτα έβαλα και για να εξαλείψω κάθε πιθανότητα να νιώσουμε κάποια έλλειψη,  έβαλα μπρος να χτίσω κι ένα μικρό μπισκοτένιο σπιτάκι και δυό μέρες τώρα το σπίτι μου μυρίζει απόλυτα χριστούγεννα,  με κανέλα,  τζίντζερ,  γαρύφαλλο και μελάσσα..
Μένει σήμερα να φτιάξω τη συνδετική κόλλα από ζαχαρόνερο και να συνδέσω τους τοίχους,  τη σκεπή,  τα παντζούρια και την πόρτα και να το γεμίσω καραμέλες και χρώματα!
Δείχνω τρελλαμένη έ;
Εε είμαι :)


Thursday, December 03, 2015

γιατί τόση διάθεση;




Και;  Τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν τα χριστούγεννα;  Γιατί τόση διάθεση;  Από που αντλούμε όλη αυτή τη χαρά;  Και τι είναι αυτό που μας κάνει να τα θέλουμε όλα και μάλιστα να τρέχουμε κι όλας να προλάβουμε;  Μας το επιβάλλουν;  Αυθυποβαλόμαστε;  Φταίει το μικρό παιδί που κρύβεται  μας;  Και που πάει αυτό μετά;  Και γιατί όλα αυτά μόνο το Δεκέμβρη;  Τι λείπει από τους άλλους μήνες;

Wednesday, December 02, 2015

ξεκούρδισμα





Κάθε τέτοια εποχή,  καθώς το ρολόι του χρόνου μετράει ανάποδα,  την έχει μια κούραση ε;  Κι ένα ξεκούρδισμα επίσης!  Κι ένα ξέφρενο τρέξιμο,  αναρωτιέμαι προς τα πού πραγματικά!
Χρονόμετρα για να προλάβω κάτι που δεν το προφταίνω ποτέ!  Ούτε το χορταίνω.  Μόνο λιγάκι το ζω!  Όσο πατάει η γάτα..  αλλά κι αυτό είναι ένα μικρό μερίδιο στην ευτυχία..  δεν είναι;

i need time !

σ' αυτόν που είχε τον Βυσσινόκηπο

Θα ήθελα πολύ να έχω στην κατοχή μου,  μία από τις ζωγραφιές σου. Ήσουν ένα γλυκό,  αυτόφωτο πλάσμα. Κάπου άκουσα πως αυτό το τραγούδι σου ά...