Φορούσες, ένα παλιό ασημένιο κολιέ. Από το λαιμό, κυλούσε στο σώμα σου, έφτανε ως το κάτω μέρος του στήθους. Η αλυσίδα βαριά, μιλούσε για μέρες που δεν ήξερα ότι υπήρχες. Κάθε φορά που κινιόσουν, ελαφριές, θαμπές λάμψεις μου θύμιζαν πως ο χρόνος αφήνει το αποτύπωμα του επάνω μας. Και κάπου εκεί, καθώς μου διηγιόσουν αστείες ιστορίες και γελούσαμε, κατάλαβα πως είναι άλλο το αντέχω κι άλλο το συνυπάρχω ισότιμα και ταπεινά.






