Friday, June 01, 2007

για την Αμαλία

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της.
Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο.
Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα.
Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Tuesday, May 29, 2007

παλιός άγιος παντελεήμονας


















































Ενώ ο ένας μου εαυτός το τριήμερο που μας πέρασε ήταν κλεισμένος
στον ανελκυστήρα
μιας έρημης και κλειστοφοβικής οικοδομής,ο άλλος..
πήγε μια εκδρομούλα στον παλιό άγ.παντελεήμονα Πιερίας.
Ένα παραδοσιακός οικισμός,χτισμένος στην πλαγιά του Ολύμπου.
Το μεσαιωνικό κάστρο που δεσπόζει στην περιοχή,είναι το κάστρο του
Πλαταμώνα.

Saturday, May 26, 2007

άτιμο τριήμερο


Οδός Τσιμισκή με βροχή.Τα αυτοκίνητα σε ασφυκτικό μποτιλιάρισμα.Άφησα το ταξί δέκα τετράγωνα πριν.Δεν είχε νόημα,παρ όλο που ήξερα πως ίσα που προλάβαινα το ραντεβού.
Άνοιξα την ομπρέλλα μου και προχωρούσα με σίγουρα βήματα μέσα στα κόκκινα πλαστικά ανοιξιάτικα μποτάκια μου,αποφεύγοντας τις μικρές λασπωμένες λίμνες κάτω από σπασμένα πλακάκια.Η βροχή τρυπούσε την άσφαλτο και μούσκευε το καινούργιο μου ακριβοπληρωμένο τζην με τα κεντημένα τσεπάκια.Περπάτησα όσο πιό γρήγορα μπορούσα ανάμεσα σε εκατοντάδες ομπρέλλες με υδάτινα κρόσια,στα Λαδάδικα επιτέλους έστριψα στην Ερνέστου Εμπράρ,όπου με περίμενε ο δικηγόρος μου.Στο νούμερο 13 αριστερά,βούτηξα στην είσοδο, κλείνοντας την ομπρέλλα μου και τινάζοντας την από τα βρόχινα νερά.Το γραφείο του ήταν στον 4ο όροφο.Περίμενα τον ανελκυστήρα να κατέβει από τον 6ο και μπήκα μέσα.Μαζί μου κι ένας άντρας.
Έκλεισα την δύφιλλη μαντεμένια πόρτα μπροστά μου.
-Εγώ πάω στον τέταρτο είπα,ενώ στράγγιζα σταγόνες και τον είδα να πατάει το κουμπί.Η νοτισμένη πνοή του μύριζε ψημμένο φύλλο,με βανίλια και κανέλλα μαζί.Ήταν η πρώτη μου κουβέντα μαζί του,δεν μπορούσα να φανταστώ τι θα ακολουθούσε όταν το ασανσέρ σταμάτησε μεταξύ πρώτου και δεύτερου,με ένα χαρακτηριστικό θόρυβο από κουρασμένες αλυσίδες.
Κοιταχτήκαμε.Αρχίσαμε να χτυπάμε την πόρτα.Φωνάξαμε όσο πιό δυνατά μπορούσαμε.Ησυχία..καμμία κίνηση.Ούτε κάποιος θυρωρός,ούτε ένας ένοικος.
Κοίταξα το ρολόι μου.Κόντευε τρεις.Το ραντεβού μου ήταν στις δυόμιση.Ήμουν εδώ και αρκετά λεπτά αργοπορημένη.Σίγουρα ο δικηγόρος μου είχε φύγει.
Το κτίριο ήταν γεμάτο γραφεία,ένας εισαγωγέας,ένα τυπογραφείο προσκλητηρίων,και όλα τα υπόλοιπα δικηγορικά γραφεία.
-Είναι Σάββατο είπα αποκαμωμένη.. προφανώς όλοι έχουν φύγει από νωρίς.Αλλά δε μπορεί όλο και κάποιος θα έχει μείνει, ήλπιζα.
-Δεν είναι μόνο Σάββατο,ακολουθεί και ένα γαμημένο τριήμερο ψιθύρισε ο άντρας δίπλα μου,σαν να μην πολυήθελε να τον ακούσω.
-Και τώρα??ρώτησα αλλά αντί γιά απάντηση είδα τα χέρια του μπουνιές να χτυπούν το μέταλο της πόρτας.
Έχοντας την αργία του αγ. πνεύματος μπροστά μου,και χαμένη μέσα στις σελίδες του βιβλίου του ισίδωρου ζουργού,στην σκιά της πεταλούδας,είχα αυτή την φαντασίωση..
Ένα τριήμερο μέσα σε ένα ασανσέρ,σε μία πολυκατοικία έρημη από κατοίκους.Τι θα μπορούσε να συμβεί έως το πρωινό της Τρίτης??
1)Να συμπαθήσω τον άντρα δίπλα μου,που ονομάζεται Νίκος.
2)Να με συμπαθήσει κι αυτός.
3)Να βγάλουμε τα εσώψυχά μας.
4)Να μάθω πως είναι μία δεκαετία μικρότερος μου.
5)Να τον ερωτευτώ.
6)Να κάνουμε σεξ.
Άραγε είναι εφικτό το σεξ σ ένα μικρό ασφυκτικό ασανσέρ?Κάτω από δύσκολες συνθήκες δίψας και πείνας?Απελπισίας?Ζέστης?Το φιλί σε χείλια που ταλαιπωρούνται από αφυδάτωση?
7)Θα είχα κρίση κλειστοφοβίας?
8)Θα επιζούσα??
9)Μήπως δεν θα συνέβαινε τίποτα απ όλα αυτά και απλά θα περιμέναμε υπομονετικά να μας άκουγε κάποιος και να μας βγάλει?
Εσείς τι λέτε γιατί εγώ δεν βγάζω άκρη..το μόνο που ξέρω είναι πως μισώ τα τριήμερα που όλο κάτι τέτοιους προβληματισμούς μου φέρνουν..ποιός γνωρίζει άλλωστε το γιατί..!!
αχχ ισίδωρε τι μούχεις κάνει..

Friday, May 18, 2007

τεστ αντοχής και αποτοξίνωσης

o ήχος της ηρεμίας..ο ήχος της σιωπής..
της δικής μου σιωπής..
είναι ανάγκη εσωτερική
για λίγες μέρες..
σας φιλώ..

Wednesday, May 16, 2007

Sunday, May 13, 2007

στο σούπερ μάρκετ


Άφησε τα σακουλάκια του Λουμίδη με το σήμα του παπαγάλου,στον κυλιόμενο στενό διάδρομο,δίπλα στην ταμειακή.Μέχρι η υπάλληλος να τελειώσει με την προηγούμενη πελάτισσα,είχε ανοίξει το φερμουάρ της τσάντας της,έβγαλε το μώβ λουστρίν πορτοφόλι,έπιασε με τα δύο παχουλά της δάχτυλα,ένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ και περίμενε.

Μόλις είχε επιστρέψει από την δουλειά,έφαγε το χθεσινομαγειρεμμένο φαγάκι της,φασολάκια λαδερά με μπόλικο τυράκι,ακριβώς όπως τα αγαπούσε και είχε ξαπλώσει στο βαμβακερό μαξιλάρι της,όχι για να κοιμηθεί αλλά να ξεκουράσει για μερικά λεπτά της ώρας τα ευαίσθητα πόδια της.Ούτε μισή ώρα δεν πέρασε και πετάχτηκε απότομα από το κρεββάτι ,με τη σκέψη πως είχε σωθεί ο καφές κι έπρεπε να τρέξει μέχρι το απέναντι τετράγωνο όπου βρισκόταν το σούπερ μάρκετ,πριν επιστρέψει η κόρη της από την δουλειά.

Μάζεψε λοιπόν τις πρισμένες γάμπες της ,ντύθηκε,φούστα εμπριμέ και μπλούζα μακώ με μανικάκι χρώματος ροζ,έβαλε την τσάντα της κάτω από την μασχάλη και βγήκε.
Ήταν μια συμπαθητική γυναίκα,λίγο πάνω από τα πενήντα γι αυτούς που την γνώριζαν,για τους άλλους,τους άγνωστους τους περαστικούς, είχε μια ακαθόριστη ηλικία.Τα μαλλιά της ήταν αλλόκοτα,κομμένα ούτε πολύ κοντά, ούτε τόσο μακριά, βαμμένα σ ένα αρκετά πρόστυχο ξανθό που δεν ταίριαζε με τα χρόνια της,αλλά το είχε συνηθίσει χρόνια τώρα και δεν άλλαζε εύκολα συνήθειες.Είχε πάρει κάποια κιλά τελευταία που την δυσκόλευαν στο περπάτημα,αλλά δεν αγόραζε ποτέ παπούτσια με τακούνι χαμηλότερο των πέντε πόντων,έτσι το βάδισμά της παρέμενε ακόμη, χαρακτηριστικά ρυθμικό και θηλυκό.

Αύγουστος ήταν, ένα απόγευμα μουσκεμένο από ιδρώτα στην καρδιά του καλοκαιριού.
Τα κλιματιστικά δούλευαν ακούραστα δίνοντας μια δροσιά ψεύτικη,ανακατεμμένη με μία επίσης ψεύτικη μυρωδιά καθαριότητας.

Η γυναίκα μπροστά της,μάζεψε τα ψώνια σε δυό –τρεις πλαστικές σακούλες και έπιασε να ρωτάει την ταμία.
-Το Ριτάκι που είναι;Δεν ήρθε σήμερα;
Έψαξε μια στάλα με τα μάτια της στα άλλα ταμεία,δεν την είδε,ξαναγύρισε στα ψώνια της.
-Ήταν πρωινή απάντησε η υπάλληλος χαμογελώντας,δίνοντας της τα τελευταία ρέστα.

Ήθελε να ψωνίσει ένα σωρό πράγματα,αλλά δεν είχε στα χέρια ακόμη την πληρωμή του δεκαπενθημέρου,μόνο να περάσει από τον μανάβη ήθελε, 7-8 μελιτζάνες που ήταν και της εποχής,κρεμμυδάκια,ντομάτες είχε ακόμη στο ψυγείο από προχθές και δυό ματσάκια μαιντανό,να φτιάξει εκείνο το ιμάμ που της ζητάει μέρες τώρα ο Αντώνης,κι η κόρη της δε θα έλεγε όχι,τα δάχτυλά τους θα έγλυφαν,να προλάβει να μαγειρέψει πριν να πέσει η νύχτα,να βάλει τέσσερις μελιτζανούλες στο τάπερ και να του το κρατάει αργότερα στην καθιερωμένη βραδυνή της επίσκεψη.

Ο Αντώνης,έμενε σε ένα δυαράκι,μόνος,δεν παντρεύτηκε ποτέ,δεν νοικοκυρεύτηκε,δεν είχε παιδιά σκυλιά και περαιτέρω υποχρεώσεις,παρά μόνη συντροφιά την κυρά Αγάπη,τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια.Την γνώρισε σε μια βιοτεχνία φασόν,τρείς μηχανές πίσω αυτός,τρείς μπροστά και λίγο πιο δεξιά αυτή,ήταν ζεστή η καλημέρα τους,αργότερα αχώριστα τα απογεύματα τους,κι ακόμη πιο καυτές οι νύχτες τους.Νύχτες πολύ λιγότερες από όσες επιθυμούσε αυτός,γιατί η κυρά Αγάπη,ήταν μάνα και πατέρας μαζί για την κόρη της,από τότε που πήρε την μεγάλη απόφαση και χώρισε τον ανεπρόκοπο.Αναθεμάτιζε την ώρα που κλέφτηκε μαζί του,που δεν άκουσε γονείς και αδέρφια που την εκλιπαρούσαν να ‘μην’.Μήτε η αρρώστεια του για το χαρτί την σταμάτησε,τότε που ολόκληρο μαγαζί γεμάτο με μπαχάρια,κανέλες,ρίγανη και λογής λογής μυρωδικά και τσάγια φερμένα από κάθε γωνιά της γης,τo έπαιξε και τo έχασε στα χαρτιά σε μια νύχτα μέσα,μόνο όταν άρχισε να πίνει,κι ερχόταν με το χνώτο να βρωμάει αλκοόλ τότε γύρισε και του είπε..
-Αα!! όλα κι όλα ,ή διορθώνεσαι ή φεύγεις.
Σε λίγους μήνες άρχισε να την κτυπάει κι από πάνω,δεν έφτανε το μεθύσι,την γέμιζε μελανιές,κυκλοφορούσε με το μωρό στο καρότσι,ντάλα καλοκαίρι, με μακριμάνικα κοριτσάκι είκοσι χρονών.Μια μέρα την άρπαξε από το λαιμό,έσπασε η αλυσίδα που κρατούσε το σταυρό,δώρο της μάνας της,μ εκείνη την μικροσκοπική κοραλένια πέτρα στο κέντρο,τρόμαξε πολύ τότε,μετά τον σιχάθηκε,έλεγε το όνομά του κι έφτυνε,μαζί μ αυτόν και τον εαυτό της έτσι ήρθε η μεγάλη απόφαση, γύρισε το μέσα έξω και μια μέρα που αυτός έλειπε από το πρωί στο καφενείο,φώναξε κλειδαρά,άλλαξε την κλειδαριά και δεν τον άφησε ποτέ να ξαναμπεί στο σπίτι της.Από τότε δεν τον ξαναείδαν,ούτε αυτή ούτε η μικρή που μπουσουλούσε ακόμα.

Πέρασε μπροστά με το πεντάευρο στις άκρες των δαχτύλων,περιμένοντας να το πάρει στα χέρια της η ταμίας,να βρει την τιμή στο χάρτινο αυτοκόλλητο και να κτυπήσει το κωδικό.Αντί γι’ αυτό άκουσε..
-Είναι τρύπιο το σακουλάκι και χύνεται,καλύτερα να πάρετε ένα άλλο πακέτο.
Στάθηκε δυό λεπτά να σκεφτεί τη στιγμή που το διάλεγε,πώς δεν το πρόσεξε που χυνόταν,και πήγε ξανά στα ράφια,στο διάδρομο με τους καφέδες,δίπλα σε κουτιά χάρτινα και μεταλλικά,στιβαγμένα προσεκτικά το ένα πάνω στο άλλο,σκόνες καφέ.τρίμματα,κόκκοι,για γαλλικό,ελληνικό εσπρέσσο,με άρωμα βανίλια καραμέλα,διάλεξε ένα σακουλάκι ελληνικό καφέ,χρώματος καταπράσινου πάντα με το ίδιο σήμα του παπαγάλου ,παραμέρισε τα ντεκαφεινέ,το κούνισε ώστε να σιγουρευτεί για την ακεραιότητά του,επέστρεψε στο ταμείο.

Ο Αντώνης της είχε ζητήσει τόσες και τόσες φορές να παντρευτούν,και με το γλυκό,και με το άγριο και το πονεμένο,άλλες φορές πληγωμένο κι άλλες εγωιστικό,της έλεγε να αφήσει το υπόγειο στην οδό Σπάρτης,να πάρει το κορίτσι που μεγάλωνε χωρίς το αντρικό πρότυπο και να ζήσουν όλοι μαζί σαν οικογένεια στο ίδιο σπίτι,αυτή όμως με μουλαρίσιο πείσμα πάντα έβρισκε μια αθώα και πιστευτή δικαιολογία να αντισταθεί.Τη μια να.. πώς;.. τώρα που ήταν λιγουλάκι άρρωστη,την άλλη.. πώς;.. που είχε χάσει την μάνα της,την άλλη γεννούσε η ανηψιά της,οι Χειμώνες έφερναν τα Καλοκαίρια,το γκριζάρισμα στα μαλλιά,τα πονεμένα πόδια.Στους φίλους και συγγενείς που την ρωτούσαν έλεγε.
-Δεν βάζω εγώ στο σπίτι μου ξένον άντρα και έδειχνε με νόημα την κόρη της που είχε ξεπεταχτεί κι ήταν πιά ολόκληρη γυναίκα,ίδια η κυρά Αγάπη στα μικράτα της.Άς παντρευτεί πρώτα η Ελένη.
Το υπόγειο ήταν η προίκα από την μάνα της,της το έδωσε έξι μήνες αφού κλέφτηκαν,να μείνουν προσωρινά μέχρι να βάλουν λίγα χρήματα στην άκρη,ήταν ακόμη έγκυος στη μικρή,μικρό,ανήλεο και όχι ευάερο,αλλά το σημαντικότερο δικό της,φαντάσου να ήταν και στα ενοίκια,λογάριαζε κάποτε πως θα το πουλούσε μια μέρα,θα έβαζε και δυό δραχμές παραπάνω και θα έπαιρνε ένα διαμερισματάκι με μπαλκόνι κανονικό,είχε σκεφτεί ακόμη και τα λουλούδια που θα το γέμιζε,αλλά ουδέν μονιμότερον του προσωρινού έτσι της έμαθε η ζωή.
Δουλειά μόνιμη δεν είχε,ήταν τα χρόνια της ανεργίας,είχε περάσει πιά κι η ηλικία,προτιμούσαν τα νεώτερα άτομα,δούλεψε στο δήμο με σύμβαση για κάποια διαστήματα,σκούπιζε πάρκα και πεζοδρόμια,ήταν καλά τα λεφτά,δύσκολη δουλειά αλλά κι αυτή σκυλί, το εξάμηνο όμως περνούσε γρήγορα κι έμενε πάλι με τα χέρια άδεια.Τότε,κάθε πρωί, μαζί με το καφεδάκι της,ξεφύλλιζε τον αγγελιοφόρο για κάτι ευκαιριακό,ίσως κάποια δουλειά στο σπίτι κι ευτυχώς που ήταν οικονόμα στα παλιότερα χρόνια,διασκέδαση και ρούχα δεν ήξερε τι θα πει, έτσι δεν έτυχε να μείνουν ποτέ χωρίς ένα πιάτο ζεστό φαγητό.

Ήταν μόνη αυτή τη φορά.
-2.05 ευ. της είπε η υπάλληλος .΄Εδωσε το πεντάευρο που ακόμη κρατούσε στο χέρι.
Ξανά άνοιξε το μωβ πορτοφόλι,την θήκη με τη σούστα,διάλεξε ένα νόμισμα των πέντε λεπτών,πήρε τα ρέστα της,ζύγισε τα λιγοστά χαρτονομίσματα μη και δεν έφταναν για τα λαχανικά,έκλεισε το πορτοφόλι,την τσάντα,έβαλε σε πλαστική σακούλα τον καφέ και πήρε μαζί της την απόδειξη.

Στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα μπροστά στην αυτόματη τζαμένια έξοδο,ώστε να την αντιληφθεί το ‘μάτι’ κι έφυγε.

Saturday, May 12, 2007

στην μανούλα μου

σήμερα κοντά στο μεσημεράκι..

Έβαλε παντελόνι και μπλούζα,φόρεσε τα καινούργια ασπρόμαυρα puma και έκλεισε πίσω του την εξώπορτα λέγοντας πως πάει σε ένα φίλο του.
Μετά από λίγη ώρα μπήκε στο σπίτι με μιά αγκαλιά λουλούδια(της φωτογραφίας) και δυό μάτια βυθισμένα στα δικά μου.Έμεινα άφωνη,μου κόπηκαν χέρια και πόδια μαζί.Μ άφησε να τον αγκαλιάσω,να τον φιλήσω,στα μάγουλα ,στο μπράτσο,στην πλατούλα.Σπάνια αυτή η χαρά.Μου τη στέρησε η ντροπαλότητα της εφηβείας.Κι εγώ το δέχτηκα,χωρίς παράπονο.Όταν και αν θελήσεις θα είμαι εδώ,έτσι του έλεγαν οι τρόποι μου..
Σήμερα είχα την τιμητική μου, με φίλησε κι αυτός και με αγκάλιασε ζεστά..

ο γυιός μου


στην μανούλα μου

Πολλές οι ιστορίες για τη Μάνα και κάποιο από τα παιδιά,που οργισμένο έφυγε αφήνοντας την αφού το ανέστησε.Χρόνια μετά,έγραψε ένα γράμμα το παιδί στη μάνα λέγοντας της..
-Μη μου απαντήσεις,θα περάσω με το τραίνο βάλε μόνο ένα σημάδι,άσπρο πανί στο περιβόλι αν μ έχεις συγχωρήσει θα κατέβω..αλλιώς θα συνεχίσω το ταξίδι μου-.
Κόντευε να φθάσει το τραίνο,το παιδί δεν άντεξε,έσκυψε,έβαλε τα χέρια στα μάτια του,ακουμπώντας στα λυγισμένα του γόνατα.Ο συνεπιβάτης του τρόμαξε,τον σκούντησε..
-Κοίτα! Λευκά πανιά πέρα ως πέρα στο σταθμό σεντόνια,μισοφόρια,πετσέτες,πουκαμίσες!





Χρόνια πολλά στη μανούλα μου..γιατί μου έδωσε όλα αυτά που για αυτήν είναι..ΤΑ ΠΑΝΤΑ
ιστορία παρμένη από ένα περιοδικό..






οι φωνές

  Φυσικά και μου αρέσει να είναι όλα τακτοποιημένα στα κουτάκια τους.  Όμως θέλω αυτά τα κουτάκια να είναι μαλακά και απαλά.  Και θέλω να φύ...