
Είπε ''θα πάω, μα όχι γιά πολύ''!
Κι έγιναν οι μέρες εβδομάδες. Είπε, ''ακόμη λίγο''! Κι έγιναν οι εβδομάδες μήνες. Οι μήνες χρόνια.
Κανόνιζαν τις συναντήσεις τους ανεξαρτήτων διαθέσεων και εποχής. Δεν ήταν τόσο από αγάπη, ή ενδιαφέρον, ή έρωτα όοοχι! Θα μπορούσαν να κάθονται γιά ώρες μέσα στο αυτοκίνητο και να κοιτούν την θάλασσα. Θα μπορούσαν να μη ρωτούν ποτέ ο ένας τον άλλον γιά πράγματα, ή ακόμη οι ερωτήσεις να γίνονταν από προσποιητή απορία. Θα μπορούσαν επίσης να μαλιοτραβιούνται γιά ώρες, γιά μήνες, πολλές φορές υπήρξαν χρόνια ολόκληρα που χάριζαν ο ένας στον άλλον κοσμητικά επίθετα διόλου κολακευτικά.
Κανείς όμως δεν ήθελε να σταματήσει, ή μάλλον πίστευαν κι οι δυό πως ξαφνικά η συμπεριφορά τους ενός προς τον άλλον με ένα μαγικό τρόπο θα αλλάξει, κι έτσι μετέθεταν αυτή την στιγμή πάντα γιά την επόμενη μέρα.
Ακόμη και τη μέρα που αυτός οδηγούσε αμέριμνος, κι αυτή του έστριψε απότομα το τιμόνι, με κίνδυνο να φύγει το αυτοκίνητο από την δεξιά λωρίδα, να περάσει στην αριστερή, κι από εκεί να πέσει σ ένα χωράφι σπαρμένο με μπουμπούκια βαμβακιού.
Αυτή γελούσε σαρκαστικά, ήταν τόσο χαριτωμένος, και τόσο τρωτός και ευάλωτος, όταν τρόμαζε! ''Είσαι τρελλή''; ''Θα μπορούσαμε να σκοτωθούμε'' της είπε, μα ούτε και τότε είπαν Αντίο.
Το άφησαν να φθαρεί μέσα τους τόσο, που δεν είχε την δύναμη να ειπωθεί.
Θαρρείς και οι πάσες που αντάλλασαν με τόση κακία ο ένας με τον άλλον, έτσι ώστε να μη μένει πιά χρόνος γιά να σκεφτούν σοβαρά οτιδήποτε άλλο, πιό σημαντικό, δυνάμωναν την ίδια τους την υπόσταση, την παρουσία τους στην ζωή. Η μεταξύ τους φθορά, συγκρινόμενη με την υπόλοιπη συμβατική ζωή, την έκανε να φαντάζει ιδανική.
Το πιό περίεργο ήταν, πως ότι κι αν είχε προηγηθεί, ότι κι αν είχε συμβεί, όταν επέστρεφαν ο καθένας στο σπίτι του, έτριβαν με δύναμη τις σόλες των παπουτσιών τους στο χαλάκι της εισόδου. Με πολύ δύναμη!
Αντί γιά σκόνη, το πως μάζευαν τριαντάφυλλα και τα έκρυβαν βαθιά, όπου ο καθένας έβρισκε καλύτερα, ούτε που το καταλάβαιναν. Είχαν πιά και οι δυό κατάλευκα μαλλιά κι ακόμη έκρυβαν, στις τσέπες, μέσα από τις κάλτσες, στο πορτοφόλι, σε πάκους χαρτομάντηλα, παντού.
Ώσπου πιά δεν είχε άλλο!!!