Tuesday, May 12, 2009

κάθε απόγευμα

Aπό όλες τις ώρες της ημέρας, περιμένω εκείνες τις απογευματινές, όπου πλένω κάτω από δροσερό νερό, τις φράουλες που θα σου βάλω στο πιάτο, με δυό γεμάτες κουταλιές ζάχαρη.

Κάνω πως τις βλέπω, πως διαλέγω μία μία προσεκτικά, μα στην πραγματικότητα δουλεύει μόνο η αφή, μιά που τα μάτια μου, ακριβώς εκείνη την στιγμή, θαμπώνουν λουσμένα από το φως του ήλιου που έχει γυρίσει δυτικά.

Κατεβάζω ελάχιστα το παντζούρι, ίσα γιά να μπορέσω να δω καθαρά, την άκρη της γλώσσας σου να ξεκολλάει την ζάχαρη από τα κοκκινισμένα χείλια σου.

την φωτο την βρήκα εδώ

Sunday, May 10, 2009

πανάθεμα..

Mέρα κατακόκκινη. Να λειώνει το μεσημεράκι σ ένα ήλιο καφτό. Ξύλινο τραπέζι, πάνινη ομπρέλλα κι ο καφές ένα παγωμένο νεροζούμι. Αποτσίγαρα σβησμένα με νερό.

Χαρτιά στο χέρι, κι ο ρόλος επανάληψη της γλώσσας και του νου. Το στόμα να τσαλακώνει το καλαμάκι. Οι σκέψεις σάλιο να υγραίνουν και να στεγνώνουν τον ουρανίσκο.
-Πότε ξεκίνησε όλο αυτό; διαβάζει..
-Πότε άρχισε αυτή η ιστορία; επαναλαμβάνει.
-Πως έγιναν όλα; σκέφτεται.

Η μνήμη την κοροιδεύει. Ο χρόνος την έχει κερδίσει σε μία άνιση παρτίδα σκάκι. Το σήμερα, το χθες μπαλώνουν τρύπες στο μυαλό της.
- Μιά αρρώστεια τα ξεκίνησε όλα σκέφτεται. Αρρώστεια του νου. Αρρώστεια των αισθήσεων.

Πανάθεμα !!!

Ένας άνθρωπος με μαθηματικό μυαλό, απλά θα ρωτούσε την χρονολογία.
-Πότε έγιναν όλα αυτά;
1997..
θα κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι κι έπειτα θα έφευγε δίχως κανένα ερωτηματικό να τον βασανίζει..

Μία σειρά αριθμών ΟΛΑ σκέφτεται.. όλα..
μέχρι το τέλος !!!

Sunday, May 03, 2009

τσιγάρο

Mε το που έκλεινα την πόρτα, μπαίνοντας στο μικρό seatάκι, βαμμένο σ εκείνο το πορτοκαλοκόκκινο χρώμα της εποχής, μου έδινες το πακέτο.
''Άναψέ μου ένα τσιγάρο''
Ψαχούλευα το μαλακό REX, άναβα, τραβούσα και το έβαζα στο στόμα σου.
Έτσι σε θυμάμαι. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλια, το φραπεδάκι νερομπούμπλι και το τασάκι πάντα καθαρό γιατί η μυρωδιά από τα αποτσίγαρα σε ενοχλούσε.

Χρόνια μετά σε αναγνώριζα από την κομμένη ανάσα σου, τον βήχα, τις χαμηλές αντοχές. Ένα πακέτο την ημέρα μου έλεγες. Άρχισα να κρύβω αγορασμένα κουτιά και σταχτοδοχεία, φοβόμουν βλέπεις μη σε χάσω. Σ έβαζα να δώσεις όρκο πως θα το κόψεις.

Πολύ πολύ αργότερα, η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα.

Τότε άρχισα να καπνίζω εγώ. Όχι πολλά, 2-3 την μέρα, με το καφέ στο σπίτι, με τον καφέ έξω, λίγα περισσότερα όταν είμαι με παρέα.
Σε ένα μήνα θα μου λείψει αυτή η πολυτέλεια. Δεν ξέρω εάν μου αρέσουν αυτά τα μέτρα. Ή μάλλον όχι. Δεν μου αρέσουν. Το βρίσκω υπερβολή, καταπίεση.
Ας ήταν τουλάχιστον να έχεις το δικαίωμα του ενός. Θα με βόλευε.
Διαφορετικά, καφές χωρίς τσιγάρο στο χέρι δε λέει.

Προτιμώ φραπεδάκι στo δρόμο, στην παραλία και την ελευθερία μου..

Friday, May 01, 2009

παπαρουνοχώραφα

Mε πιάνεις από το χέρι και με οδηγείς σ ένα λιβάδι παπαρούνες.
-Κοίτα, κόκκινα φιλιά ανάμεσα στα στάχυα μου φωνάζεις και σαλιώνεις το στόμα μου με την απληστία της μέλισσας στη γούβα ενός λουλουδιού.
Με ρίχνεις στο σπαρμένο χώμα. Πέφτεις επάνω μου.
Βρέχει. Καταπίνω νερό, και κόβω κόκκινες ψυχές μ ένα μεγάλο μεταλικό ψαλίδι. Τις κρύβω στο ποτήρι μου. Γύρω μου πέταλα πιό ελαφριά κι από μιά πνοή. Πιό διάφανα κι από μιά σταγόνα αίμα.
Τα συλλέγω σ ένα χάρτινο κουτί και δένω με κατακόκκινη κορδέλα.
Σε παίρνω μαζί μου, να γιορτάσουμε μιά πρωτόγνωρη πρωτομαγιά.

Friday, April 24, 2009

750 και κάτι

Μ αυτή την ανάμνηση, ταλανίζομαι τέσσερις μέρες τώρα. Μου φαντάζουν σαν αιώνας. Κοιμάμαι, ξυπνάω, αδυνατώ να βρω την αρχή και το τέλος της. Σε ποιά σημεία να την πιάσω, ώστε να μη πονέσει, να παραμείνει αλώβητη, ατόφια!

750 και κάτι φωτογραφίες. Βάρηνε η μηχανή μου. Έτσουξαν τα μάτια μου από χρώμα ανατολής. Κάηκαν από την τόση ομορφιά.
750 και κάτι ''κλικ''. Πόνεσαν τα δάχτυλα, πιέστηκε ο αυχένας. Που να πρωτοκοιτάξεις που δεν προλαβαίνει ο νους. Και τι να πεις; Πως να το πεις; Πως να μεταφέρεις όλη αυτή την γλύκα με λέξεις ή με στατικές εικόνες;

Πρώτη μου φορά που νοιώθω τόσο γεμάτη και δεν ξέρω με ποιό τρόπο να το μοιραστώ. Συνήθως ξεχυλίζουν οι φράσεις μονάχες από μέσα μου. Σήμερα βουβάθηκαν, σιώπησαν. Ζαλίζομαι ακόμη με μουσικές. Είμαι ακόμη εκεί, τριγυρνάω στα σοκκάκια, μυρίζω, πίνω, ακούω, αφουγκράζομαι, ψιθυρίζω, ενθουσιάζομαι, γελάω! Και κυρίως ρουφάω, καταπίνω εικόνες.

Ως να στεγνώσει όλο αυτό το θαύμα μέσα μου!

υ.γ. στη φωτό η αφεντιά μου..

Thursday, April 23, 2009

των ασεβών μου πόθων

Eίχα ένα φίλο, τον Εμίν,
που χόρευε με το σουγιά στα δόντια
κι ένα τσιγάρο σέρτικο
πίσω στ' αυτί αναμμένο.

Έλα να δεις, μου φώναζε,
παπούτσια δε φορώ,
κορδόνια είναι οι φλέβες
που η μάνα μου μου χάρισε
κι ούτε στα μάτια έχω φως.

Ό,τι μπορώ και βλέπω,
είναι μιά σκιά από αίμα μαύρο
στο χορό
που λέει ότι είναι η Πόλη, η Ιστανμπούλ.

Καταραμένη ας μένει που
μου πήρε την καρδιά,
κι άλλη καρδιά δεν μου 'μεινε
να τη μισήσω
πιό πολύ... απ' όσο την αγάπησα.

*Παλιός αμανές*

Thursday, April 02, 2009

Meli.. mon cherrie

''Στέλιο, θαρρώ πως κάποιος σκαλίζει μέσα στο σπίτι. Άντε να δεις. Σήκω που σου λέω!''
Φέρνουν βόλτα το δίπατο με την ανάσα της πικρή και λαχταρισμένη.
Είναι μόνοι. ''Όνειρο ήταν γλυκιά μου''. Την φιλάει.

Η Μέλια τυλίγει το χέρι της, φίκι στο μπράτσο του. Ελαφρωμένη από τον φόβο, μαλακώνει την ανάσα της στο στήθος του. Θερμαίνει τα χείλια της στο στόμα του.
Λίγο μετά, παίζει την γλωσίτσα της στην τρυφερή γούβα του αφαλού του. Αφήνει μέσα το σάλιο της και ξαναρουφάει την νοστιμάδα της γεύσης του.
Ταλαντεύεται σαίτα πάνω από το σώμα του. Τον καταπίνει μέσα της.
''Πες μου το, πες μου'' το εκλιπαρεί πάνω στον πόθο.
Πλησιάζει στο αυτί της. Υγραίνει το λοβό.
''Μελί.. Μελί mon cherrie της ψιθυρίζει.''

Στην έκσταση επάνω, παίρνει τούτες τις λέξεις, τις πλέκει όνειρα και κυλιέται μέσα τους. Όλη νύχτα.

Το πρωί, θα ξυπνήσει μόνη. Θα βρει το σημείωμα. ''Μελί.. mon cherrie, στα δάχτυλα των ποδιών σου ζω'' θα της έχει γράψει ο Στέλιος, γεννημένος από Γαλλίδα μητέρα.

Δίνει οδηγίες στην μαγείρισα, φρεσκοπλυμμένα πατώματα, καλογυαλισμένα ασημικά, πουλερικό μαγειρεμένο σε πορτοκαλόζουμο. Να μοσχοβολά το σπίτι ρίγανη και βασιλικό.
Να ανθίσει το βάζο με λουλούδια του κήπου.
Πιάνει το τελαράκι και κεντά τη γλύκα δυό αγγέλων να βαστούν το μονόγραμμα της, με μπαμπάκι λευκό.
Ράβει με την βελόνα ροδοπέταλα και ρένει με ροδόζουμο.

Με ότι περισσεύει βρέχει τα σεντόνια.
Ξέρει πως η παγωνιά στον αέρα, φέρνει καταιγίδες. Κι αυτή χρειάζεται νύχτα καλοκαιρινή να κανακεύει ζαχαρένια σύννεφα.

Προστάζει την μαγείρισα, την μπακιρένια χύτρα ως απάνω με νερό. Να βράσει, να αμολύσει ατμό. Περνάει το πρόσωπο από πάνω, ν' ανοίξουν οι πόροι, να στάζει ομορφιά πρώιμου μπουμπουκιού.
Γεμίζει με το υπόλοιπο την ασημένια σκάφη.
Ξεγυμνώνεται. Ριγεί η ραχοκοκκαλιά της.

Χωρίζει βρεγμένα ακόμη τα μαλλιά σε τούφες. Τα δένει στρίβοντας σε κουρελάκια λινά. Γεμίζει το κεφάλι της άσπρους κόμπους.

Δυό ώρες μετά, φέρνει τον καθρέφτη μπρος της. Εκατό βουρτσιές να γίνουν σα μετάξι. Το βράδυ, τον βάζει να ξεχωρίσει μία μία τις μπούκλες της απαλά, να αποβάλλει σταλιά σταλιά την κούραση, πριν του δώσει να γλύψει την κάψα κάτω από το δαντελωτό εσώρουχο. Λάγνο και ζουμερό το θηλυκό κορμάκι. Στιλπνό κι αντρίκιο τ' αρσενικό. Τα άκρα της να τσαλαβουτούν στο σπέρμα.

Την αυγή, θα της γράψει πάλι, με την πένα υγρή από μελάνι. ''Μελί.. Μελί mon cherrie, στα δάχτυλα των ποδιών σου ζω.''

Θα ξυπνήσει μόνη.
Θα ανοίξει το βυσσινί συρτάρι, και θα αφήσει να κυλήσει το σημείωμα, μαλακά πλάι στα άλλα.
Στο ημερολόγιο της, στην σημερινή άγραφη ακόμη σελίδα, μ ένα παχύ, γνώριμο σημάδι, θα σημειώσει άλλη μιά νίκη!

βελούδινη απαλότητα

  Αυτή την εβδομάδα γιόρταζαν και τα δυό μου,  πιο αγαπημένα μου πλάσματα στη γη.  Έχω μια απέραντη χαρά όταν τα νιώθω να είναι καλά.  Λυπάμ...