Friday, February 27, 2009

η βέρα

Ένας λεπτός, χρυσαφένιος κρίκος!
Προσπάθησε με υπομονή, να κοιτάξει λίγο πιό προσεκτικά πάνω από τον νεροχύτη και μέσα στο λιποσυλλέκτη. Έκανε λίγο πλάγια, αριστερά και δεξιά, ώστε να αφήσει αυτό το έστω λιγοστό φως του παραθύρου να φωτίσει τον σκοτεινό σωλήνα.

Η βέρα, είχε γλυστρίσει από το δάχτυλο της, με την βοήθεια του ζεστού νερού και του απορυπαντικού, την ώρα που είχε τελειώσει η ακατέργαστη ζάχαρη και ξέπλενε το λευκό κεραμικό βάζο με το μεταλλικό καπάκι. Και τώρα αναπαυόταν επάνω στο σταυρό που σχημάτιζαν oι σωλήνες σε βάθος 15-20 εκ., τόσο το υπολόγιζε.
Πάλι καλά!
Θα σμίλευε παλάμη και δάχτυλα έτσι ώστε να πάρουν αυτό το στενό κυλινδρικό σχήμα.
Έκανε μιά προσπάθεια ακόμη. Βύθισε το σφιγμένο χέρι της βαθιά, αλλά δε ξεπέρασε τα δέκα εκατοστά. Το έφερε μουδιασμένο πίσω. Ξέπλυνε με λίγο νερό και σαπούνι.

-Τι θα κάνω τώρα; σκέφτηκε ενώ ένα κύμα ζεστού αίματος κυλούσε αργά, εσωτερικά στο πρόσωπο της. Ζεσταινόταν, είχε ιδρώσει. Έκοψε δυό κομμάτια μαλακού χαρτιού κουζίνας και σκούπισε πρόσωπο και λαιμό.

-Ουφφφ.. !!! ξεφύσηξε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μισόκλεισε με μία ακούσια κίνηση τα βλέφαρα της. Το φως του ήλιου, ενεργούσε με μία απίστευτη δύναμη στα μάτια της, τόσο που μέσα στο σπίτι, προτιμούσε πάντα τις σκοτεινές γωνιές και έξω, φορούσε πάντα, μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου.

Κοίταξε τα δάχτυλα της που είχαν φουσκώσει από την πίεση. Ήταν κόκκινα, έμοιαζαν πληγωμένα. Η βέρα όμως καθόλου δεν της ταίριαζε, σαν ξένο σώμα έδειχνε επάνω της. Αν, έλεγε, αν ποτέ αποκτήσω αρραβωνιαστικό, θα την κρεμάσω να εδώ, κι έδειχνε το πλούσιο μπούστο και το σκαφτό λακάκι του λαιμού. Αυτό βέβαια, δεν σήμαινε πως θα έπρεπε να την χάσει!

Να καλούσε υδραυλικό, ναι, αυτό θα ήταν μία σωστή λύση.
Βρήκε την ατζέντα της και κλείστηκε στην κρεββατοκάμαρα. Σχημάτισε τον αριθμό.
-Απουσιάζουμε λόγω του τριημέρου, θα μας βρείτε την Τρίτη.. στις 3 του μήνα..
-Όχι ρε γαμώτο, όχι και τι θα κάνω τώρα.. τι θα κάνω..
Χτυπιόταν καθισμένη στην άκρη του κρεββατιού, αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να άνοιγε η γη να την καταπιεί, μα δε γινόταν να μείνει γιά πολύ ακόμη.. Άνοιξε την πόρτα αποφασισμένη.

Άκουσε την φωνή της φίλης της.
-Βρε Δεσποινάκι έλα λίγο να σε δω.. άσε επιτέλους τις δουλειές, δεν τελειώνουν..
-Έρχομαι, τώρα.. να.. φέρνω τους καφέδες..
(Και πως της το λένε τώρα;) αναρωτήθηκε. (Τι να σε κάνω, έτσι όπως τα σκάτωσες, έτσι να τα τακτοποιήσεις.. εδώ σε θέλω).

Είχε βάλει την καφετιέρα εδώ και ώρα. Γέμισε δυό φλυτζάνια. Κοντοστάθηκε λίγο, ξαναπήγε στον νεροχύτη. Σχεδόν βύθισε τα μάτια της στο λιποσυλλέκτη. Ήταν ακόμη εκεί..
Ξαναπροσπάθησε, μήπως και φτάσουν τα δάχτυλα της βαθύτερα. Μπαα.. χειρότερα ήταν κι όχι καλύτερα. Όουπς, τα ξαναέφερε στην άκρη του νεροχύτη με το νύχι του δείκτη σπασμένο. Το ξέπλυνε και το έβαλε στο στο στόμα της. Έτρεχε αίμα.

Πήρε στα χέρια τους καφέδες και τους ακούμπησε στο τραπέζι του σαλονιού..
Παρατήρησε τα κομψά δάχτυλα της φίλης της, θυμήθηκε το πόσο θαύμαζε αυτό το δαχτυλίδι στο χέρι της, τις κινήσεις της, το αίσθημα το οποίο άφηναν. Δεν ήταν το τι φορούσε, αλλά το πως υποστήριζε ό,τι φορούσε!
-Μαράκι, θυμάσαι πριν λίγο που μου έλεγες, πόσο ταιριάζει η βέρα σου στα δάχτυλα μου ε; Αλήθεια, ρε φιλενάδα, σε πειράζει να την κρατήσω ως την Τρίτη;

υ.γ. εύχομαι καλό τριήμερο σε όλους σας, μιά υπέροχη Καθαροδευτέρα και μην ξεχάσετε να πετάξετε χαρταετό ε; ακόμη κι αν έχουν μεγαλώσει πολύ τα παιδιά! :)))

Tuesday, February 24, 2009

ο ακορντεονίστας

Κέρινα δάχτυλα - κισσοί,
αχαρτογράφητη ψυχή,
στα σύμπαντα της Αρμονίας,
στη συναστρία της Μελωδίας!

Στίχοι παρμένοι από το άπειρο του διαδικτύου..

υ.γ. η πρώτη μου ''πειραγμένη'' φωτό.. !!!

Saturday, February 21, 2009

ελληνικός καφές+λουκουμάκι+έκθεση φωτογραφίας

Πρωινό Σαββάτου και το ξύπνημα αβίαστο γύρω στις 10;
Κάτι ντουζάκια, κάτι ξυρισματάκια, λίγα ψώνια, γιά καφέ φτάσαμε περασμένες δωδεκάμιση.
Καφωδείον ''το ελληνικόν''.
Πανέμορφο, διαφορετικό, ατμοσφαιρικό, φοιτητικό και όχι μόνο, πλούσιο σε διάκοσμο, επιβλητικό.
Καφές ελληνικός, γιατί και να μη σου αρέσει, η εικόνα του ψησίματος στην άμμο σχεδόν μπροστά σου, σου διώχνει και τους τελευταίους ενδοιασμούς.
Τσιγάρο απαραίτητα, κι οι κάφτρες στο μπρούτζινο τασάκι.
Έχω βάλει μέσα στο τσαντάκι, γάντια, γυαλιά ηλίου.
Έχω βγάλει, πακέτο από τσιγάρα, αναπτήρα, φωτογραφική.
Κοιτάζω γύρω, στους τοίχους παλιές φωτογραφίες, γκραβούρες, αφίσες, όργανα μουσικά κι ένα κάτι ανάμεσα, σαν πιάτο, σαν κύμβαλο, σαν ασπίδα, με μία μεγάλη πορφυρή πέτρα στο κέντρο, που λάμπει κάτω από του μικρούς πολυέλαιους. Κρύσταλα ορθογώνια, λάμπες επιτραπέζιες σε αποχρώσεις θαμπού χρυσού, ήχοι από ζάρια και πούλια που χτυπούν με μανία στο τάβλι, τσιγάρο ξανά και ελληνικός καφές σε μπακιρένιο μπρικάκι. Λουκουμένια μπουκιά στο πλάι.
Το όλο θέμα με ερεθίζει αφάνταστα. Κοιτάω την φωτογραφική μου, κοιμάται μέσα στην θήκη της. Θέλω να την βγάλω και να τα απαθανατήσω όλα, μεγάλος ο πειρασμός, όλα, πρόσωπα και αντικείμενα, κυρίως εκείνο τον παππού με την εγγόνα του, που κατέβηκαν θαρρείς από το 1960 στο σήμερα γιά να την τρατάρει σοκολάτα ρόφημα με μπόλικη σαντιγύ.
Θέλω να φωτογραφίσω την βουλιμία του μικρού κοριτσιού, καθώς βουτάει χείλια και γλώσσα στην άσπρη κρέμα, τις ρυτίδες του παππού, τον χάρτη που ζωγραφίζεται στο ταλαιπωρημένο γεροντίστικο πρόσωπο.
Η παρέα μου μου κάνει νόημα, όρμα το, που θα βρεις άλλη τέτοια ευκαιρία, το σκέφτομαι, δεν αγγίζω καν την ψηφιακή, ντρέπομαι.
Στο τρίτο τσιγάρο, μη σου πω τέταρτο, στο φλυτζάνι μου υπάρχει μόνο το κατακάθι του καφέ, ο παππούς έχει πάρει με την εγγόνα το δρόμο γιά το σπίτι, τραπέζια έχουν κάνει αλλαξιές από πελάτες, πληρώνουμε τα 5 ευρώ, πάφτηνο το αντίτιμο, κι ανεβαίνουμε τα σκαλάκια προς το πατάρι του μαγαζιού.
Άλλος χώρος έκπληξη εκεί, βιβλιοθήκες με σπάνια βιβλία, και μία έκθεση φωτογραφίας, τόσο μικρή μα και τόσο όμορφη. Χρώματα, πορτοκαλοκόκκινα ρόπτρα, μπλε θάλασσες, ώχρες, σέπια, άσπρο μαύρο..
Είναι απίστευτη η δουλειά που κάνουν άνθρωποι που αγαπούν την τέχνη.
Υπογράφω στο βιβλίο των εντυπώσεων, και φεύγω, άλλη μιά φορά, έχοντας κατά νου μιά Θεσσαλονίκη, όπου σε κάθε βήμα, θα ανταμώνεις στέκια καλλιτεχνικά, κι εκθέσεις τόσο ερασιτεχνών, όσο κι επωνύμων.
Της πάει της πόλης μας, μιά πόλη, που εάν ξεβάψεις το πάνω πάνω στρώμα χρώματος, το γκρι, θα ανακαλύψεις, σοφιστικέ επιθυμίες και εικαστικές φαντασιώσεις.
Δεν ξέρω εάν η Θεσσαλονίκη είναι ερωτική, αλλά μπορώ να πω με μεγάλη σιγουριά πως είναι θέση και φύση καλλιτεχνική.
Έστω γιά όσους το βλέπουν!

Συγχαρητήρια σε όλη την ομάδα, γιά τις καλλιτεχνικές τους ευαισθησίες..

Η αφίσα της έκθεσης, εκπληκτική! Το θέμα, από την φωτογραφία που μου άρεσε και πιό πολύ!








Friday, February 20, 2009

ενδύομαι προσωπείον

Αιωρούμαι στο Π ενός Παραμυθιού
μετατοπίζομαι κυλώντας στην ολότητα του α
φυγοπονώ στην γούβα του υ
αποσιωπώ στον θόλο του θ
και ενδύομαι προσωπείον την οριζόντια τομή του.

χθες βράδυ..

Thursday, February 19, 2009

μείνε εκεί

Σε ψάχνω.
Πάνω σε στέγες αχνισμένες, με χιόνι που αρνείται να κάνει την εμφάνιση του. Πίσω από ραγισμένους τοίχους που αναβλύζουν νοσταλγία και πόνο.

Είπες, μοιάζω με χοντρό κομμάτι πάγου, σε ένα γιγαντιαίο κύβο. Να ακουμπήσεις τις ακμές μου φοβάσαι. Γιά τις γωνίες δε το συζητώ.

Είπες, άλλαξα, οι πριν σελίδες ήταν καλύτερες, κομμένες και ραμμένες στα δικά σου σαλιωμένα δάχτυλα.

Είναι έτσι!
Έκανα ένα σάλτο και πετάχτηκα έξω από την εικονογράφηση. Έχει ένα καθαρό ουρανό εδώ, με το κρύο να μπερδεύει το αίμα στις φλέβες.

Ξέρω πως είσαι ακόμη, κρυμμένος καλά, στα σταυρωτά κορδόνια από τις παλιές μου ελβιέλες.

Μείνε εκεί σε παρακαλώ, είναι τόσο όμορφα να είμαι μόνη.

Monday, February 16, 2009

συμπτωματική συνάντηση

1973, 1974, 1975.. εδώ είμαστε!
Είχε ιδρώσει, ήθελε τσιγάρο. Έκανε να ψάξει το πακέτο στην τσάντα της, όλο πως θα το κόψει υποσχόταν αλλά ΔΕΝ.., μα την σταμάτησε το απαγορευτικό σήμα στο λευκό τοίχο, ακριβώς απέναντι. Δίπλα, η υπεύθυνη του ορόφου, μία κλασσική, συντηρητική γυναίκα, σχεδόν συνομήλικη, με ένα χαμηλό, βαρύ κότσο να ακουμπάει στον αυχένα, παρατηρούσε με προσοχή κάθε της κίνηση.
Βαριά μυρουδιά, από πολυκαιρισμένο και χιλιοχρησιμοποιημένο χαρτί. Φταρνίστηκε. Θυμήθηκε τις εξετάσεις που έπρεπε να κάνει γιά την αλεργία της. Έβγαλε χαρτομάντηλο και σκούπισε την μύτη της.
Είχε μιά γεύση μετάλλου στη γλώσσα. Μέταλλο και αίμα μαζί.
1975 λοιπόν, Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάιος.
Ημέρα Τρίτη, στις 18 του μήνα.
Σημάδεψε νευρικά με τα δάχτυλα την φυλλάδα, κι έκανε να την τραβήξει έξω, κάτω από την στίβα των υπόλοιπων εφημερίδων.

-Μ ενδιαφέρουν οι εφημερίδες της δεκάτης ογδόης Μαίου του 1975.
Η υπάλληλος, άφησε το βλέμμα από την παράξενη αλλά όμορφη γυναίκα, και τον κοίταξε από πάνω ως κάτω.
Του χαμογέλασε, της φάνηκε γνωστή φυσιογνωμία, ένας συμπαθητικός άντρας όχι πάνω από σαράντα, το πολύ σαρανταπέντε. Αραιωμένα μαλλιά, γκρίζοι κρόταφοι, κι ένα ζευγάρι γυαλιά σε μιά μετρίου μεγέθους μύτη.
Σηκώθηκε, και του έδειξε τον διάδρομο και το σημείο. Είχε φαρδιά περιφέρεια, αλλά περπατούσε αεράτη. Η φούστα της ανέμιζε σκεπάζοντας τους αστραγάλους. Επέστρεψε στο γραφείο, σα να μην ήθελε να βρίσκεται γιά ώρα εκτεθειμένη, κι έκανε πως διαβάζει ένα έντυπο. Χτύπησε το τηλέφωνο.

Στηρίχτηκε στα γόνατα, κι άρχισε να ψάχνει. Σημάδεψε με τα δάχτυλα την φυλλάδα που ανταποκρινόταν στην ημερομηνία που αναζητούσε, κι ακούμπησαν άθελα τα χέρια του στα δικά της.
Τράβηξαν κι οι δυό μαζί, με μία κίνηση, την ίδια εφημερίδα.
Κοιτάχτηκαν αμήχανα.
-Παρακαλώ, προηγείστε της είπε ευγενικά.
Τον περιεργάστηκε.
Πίσω του ακριβώς, το τμήμα των παλιών περιοδικών. Ξεχώριζαν κάποια τεύχη του μικρού ήρωα.
-Είναι της 18ης Μαίου του 1975, του απάντησε, σε μία υποθετική ερώτηση.
-Το ίδιο ψάχνω κι εγώ, αλλά κάντε την δουλειά σας, θα περάσω μιά άλλη μέρα.
Του έδωσε το χέρι της.
-Ήθελα κάποιες πληροφορίες γιά το ατύχημα, του χαμογέλασε ακόμη πιό αμήχανη, εσείς;
-Μα κι εμένα το θέμα της πτώσης του αεροπλάνου μ ενδιέφερε.. αναφέρω κάτι σχετικό στο βιβλίο μου, ξέρετε.. αλλά δεν συστήθηκα ακόμη.. Ανδρέας Καλφόπουλος, συγγραφέας.


Στο καφέ, στη διπλανή ακριβώς πόρτα από την είσοδο της βιβλιοθήκης, τόλμησε να την ρωτήσει.. καθώς άναβε ένα λεπτό μυρωδάτο πουράκι.
Είχε ένα πικάντικο μουτράκι που του θύμιζε σκίουρο, έξω από το δάσος.
Μάτια κουρασμένα και κόκκινα. Υπερωρίες σκέφτηκε.
-Εσείς; Τι σχέση είχατε με το ατύχημα;
Δοκίμασε το τσάι της με γεύση δαμάσκηνο. Έστρωσε με τα χέρια την φούστα, πάνω από το λουλουδάτο καλσόν. Ρούφηξε με δύναμη, και έστειλε νευρικά τον καπνό ψηλά. Τον ζύγισε, όσο μπορείς να ζυγίσεις κάποιον που τον γνωρίζεις λίγα λεπτά, αλλά όσο να πεις και μόνο η λέξη ''συγγραφέας'' έχει κάτι το συναρπαστικό σαν ιδιότητα.

Ο πιλότος, είπε, καθώς η ζεστή γουλιά ακόμη μαλάκωνε τον λαιμό της, ο πιλότος, τον έφερε στο νου της, λεπτά χαρακτηριστικά, διάφανες γαλάζιες χάντρες μάτια, ήταν ο πατέρας μου.

Στο μικρό χαρτάκι, κάτω από το πιατάκι με τα μπισκότα, εκτός από την τιμή των έξη ευρώ, έγραφε και την σημερινή ημερομηνία.

18 Μαίου, 2009, ημέρα Τρίτη.

Sunday, February 15, 2009

κρύο..


Η νύχτα περνάει αργά. Οδός Αριστοτέλους.
Στο πλακόστρωτο οι σκηνές από την ''σκόνη του χρόνου''. Πατάω επάνω στο αμυδρό χαμόγελο της Ιρέν Ζακόμπ. Νοσταλγώ την Βερόνικα. Μέσα σε ένα δύωρο, με το πηγούνι κρυμμένο σε ένα πλεκτό κόκκινο ζιβάγκο, ζω ολόκληρο μισό αιώνα. Και κάτι παραπάνω.
Ένα τραμ, βογκητά, ένα παιδί. Οι στιγμές που αιωρούνται στο χρόνο, αδύναμες να διαλυθούν. Η ουτοπία της αναζήτησης ενός τρίτου φτερού.

Κρύο.

Ένα καπέλλο, δύο κασκόλ τυλιγμένα στο λαιμό, πολλά ερωτηματικά, ρίγος στην ραχοκοκκαλιά, γρήγορα βήματα, το χέρι σου ψάχνει στην τσέπη μου το δικό μου, σε ζεσταίνω με τα γάντια μου, μιά παρέα εφήβων χοροπηδάει στους ήχους ενός ακορντεόν, κάποιος μιλάει στο κινητό, κάποιος άλλος δυσανασχετεί, οθόνες δείχνουν την ώρα στο σκοτάδι, τέλειωσε, όλα με το που ξεκινούν έχουν ήδη τελειώσει, η πραγματικότητα δείχνει τόσο λίγη, ενισχύω με διαδικασίες προετοιμασίας και οι μετέπειτα κουβέντες ως το πρωί δίνουν παράταση στον χρόνο της ψευδαίσθησης.

Οι καλλιτέχνες δίνουν αυτό που έχουν μέσα τους. Ιεροτελεστία ατομική. Οι συμβολισμοί έρχονται γιά να δικαιολογήσουν τις εικόνες. Γιά να υπογραμμίσουν τις σκέψεις.
Αν π.χ. σε εξιτάρει όλο αυτό που αποπνέει η εικόνα μιάς ατμομηχανής, θα πρέπει να του δώσεις συμβολικές προεκτάσεις γιά να περάσει, να γίνει αποδεκτό από τον θεατή. Αυτό, ή το αγαπάς ή το μισείς. Ή το αποδέχεσαι ή το απορρίπτεις.

Η νύχτα πέρασε. Είναι πρωί, μεσημέρι πιά και θέλω να εξαφανιστώ πίσω από τα φύλλα μιάς εφημερίδας, με τον ήλιο να κλωτσάει τα παράθυρα μου!

βελούδινη απαλότητα

  Αυτή την εβδομάδα γιόρταζαν και τα δυό μου,  πιο αγαπημένα μου πλάσματα στη γη.  Έχω μια απέραντη χαρά όταν τα νιώθω να είναι καλά.  Λυπάμ...