Sunday, January 11, 2009

η κιμωλία

Στα σκοτάδια της
έπιανε την λευκή κιμωλία και σχημάτιζε
στο πηχτό μαύρο της νύχτας

δωμάτιο, σαλόνι, μπάνιο, κουζίνα,

παραλληλόγραμμα
ένα κρεββάτι

καθώς έπεφτε να κοιμηθεί

έναν άντρα,
κι έπειτα ζάρωνε και κούρνιαζε στα πόδια του

ένα βράδυ αποκαμωμένη
ζωγράφισε μόνο τέσσερις γραμμές
σαν ένα πρόχειρο τετράγωνο στην οροφή

΄
άνοιξε το καπάκι
έξοδος έγραφε!

Friday, January 09, 2009

που πάνε οι λέξεις;

Βούτηξε την άκρη του φτερού στο μελανοδοχείο..

Αγαπημένε μου

Σκούπισε την λεπτή μύτη της πένας με ένα κομμάτι μαλακό πανί. Συνέχισε να γράφει σε ένα λεπτό φύλλο αρωματισμένου χαρτιού..

Μόλις πριν λίγο.. είμασταν μαζί, μα δεν τόλμησα, δεν..

Κλαπ.. κλαπ.. κλαπ.. πατούσε με δύναμη τα πλήκτρα στην γραφομηχανή. Το Α έβγαινε πάντα με το ένα σκέλος θολό.. Άλλαξε σειρά!

Σ αγαπώ, θέλω να ξέρεις πως..

Έβαλε ένα καινούργιο ανταλλακτικό στον τελειωμένο Parker και..

Στην πρώτη σου άδεια θέλω να είμαι η πρώτη που θα σε συναντήσει, καρδιά μου.. πόσο μου λείπεις..

Έφερε πιό κοντά της το πληκτρολόγιο.

Ξεκίνησα αυτό το e-mail γιά να σου εκφράσω.. μπλα.. μπλα.. μπλα.. έγραφε, έγραφε, έγραψε όνομα, κι από κάτω ένα ψηφιακό λουλούδι. Εξέτασε το κείμενο μιά φορά από πάνω ως κάτω, το υπολόγισε τρεις σελίδες στο word.
Πλησίασε το ποντίκι στην Αποστολή μηνύματος, μετάνοιωσε, πάτησε DELETE..

Λίγο μετά έψαχνε στα άχρηστα, το τσαλακωμένο χαρτί με τις γραμμένες με μολύβι λέξεις!

Thursday, January 08, 2009

η ομπρέλλα

Tην πρόσεξε μέσα από το τζάμι, την ώρα που περνούσε την λεωφόρο, προσπαθώντας να καλύψει το κεφάλι της όπως όπως με μιά εσάρπα, συγχρόνως και τον λαιμό, όσο γυμνό κομμάτι απέμενε από το πρώτο κούμπωμα του παλτού, ως το πηγούνι της.
Έτρεξε και χώθηκε στην πρώτη εσοχή, στην προκειμένη περίπτωση είσοδο κτιρίου, ώστε να προφυλαχθεί από την βροχή, που έπεφτε ραγδαία.

Είχε επισκεφθεί ένα δικηγορικό γραφείο λίγο πρωτύτερα. Ευτυχώς η υπόθεση που τον βασάνιζε θα τέλειωνε υπέρ του, ελαφρώνοντας την τσέπη του στο ελάχιστο.
Όταν άνοιξε την πόρτα της εισόδου, αυτή ήταν ήδη ακουμπισμένη στον τοίχο με την σειρά των κουδουνιών να φιγουράρει από πάνω της.
-Γιάννα!
-Πέτρο!
Σχεδόν κύλησαν στο διπλανό καφέ.
Οι λέξεις της βρεγμένες με χυμό πορτοκαλιού, οι λέξεις του βουτηγμένες σε δυό τζούρες κονιάκ και τρία στριφτά!

Πως είναι η ζωή σου τώρα, καριέρα, σπουδές, γιά την υγεία των γονιών. Τσιγαροκουβέντες τις ονόμαζε στο μυαλό του, κι ήταν καθορισμένες σε κάθε συνάντηση, με γνωστό, με φίλο.
Να σκαλίξει τα άλλα τα ακόμη πιό προσωπικά, το απέφυγε.
Αφέθηκε μόνο να χαζεύει τον τρόπο που σκούπισε τις σταγόνες από το μέτωπο της, ή την αφέλεια με την οποία ρουφούσε την μύτη της, ή το πως έτριβε τα δυό της χέρια μεταξύ τους γιά να ζεσταθούν.
Αυτή απαντούσε μαλακά, μ ένα ναι ή μ ένα όχι, τέλειωσε το ρόφημα της και κοίταξε το ρολόι της. Είχε ένα σημαντικό ραντεβού.
Της χάρισε την ομπρέλλα του. Απέρριψε οποιοδήποτε ενδοιασμό ή αντίρρηση.

Λίγη ώρα μετά, θυμόταν την εικόνα της να φεύγει, ψηλή, λυγερή, καλίγραμμη, με το γκρίζο παλτό κουμπωμένο ως το πηγούνι σχεδόν, την εσάρπα μουσκεμμένη στο χέρι και τα ψηλοτάκουνα να κάνουν τρύπες στην βροχή. Στο δεξί χέρι, το δώρο του, στράγγιζε νερά.
Έτσι ήταν καλύτερα..
Μόνο να..
Αν μπορούσε να φανταστεί, όταν την αγόραζε, θα διάλεγε αλλιώς..

Tuesday, January 06, 2009

Βιρτζίνια Γουλφ, αγαπημένη

Γιά να διαβάσει, χρησιμοποιούσε ένα ζευγάρι σε βαθύ κόκκινο γυαλιά, που έδειχναν μεγαλύτερες τις λεπτομέρειες. Μόνο στην ανάγνωση τα φόραγε. Να φαίνονται τα ''α'' και τα ''ο'' ολοστρόγγυλα, κι οι λέξεις με βαθύτερες έννοιες.
Στα άλλα, τα καθημερινά, ούτε που την ένοιαζε. Αρκετά είχε ασχοληθεί με δαύτα. Μιά μικρή κλωστή που είχε ξηλωθεί, οι λεπτές άβγαλτες τριχούλες των φρυδιών της, ένας υποκίτρινος λεκές σε κάποια πετσέτα, όλα περνούσαν απαρατήρητα!
Η ανάγνωση την ταξίδευε, ζούσε χίλιες ζωές συνάμα, δίχως να κουνήσει ρούπι.
Δυό, τρεις σελίδες κι έφευγε, στις δέκα, είκοσι το πολύ, κουραζόταν. Έκλεινε τότε τα διαβασμένα φύλλα στο αριστερό ''αυτί'' του πρωτόφυλλου, από χοντρύτερο, απαλό χαρτί, και το κρατούσε γιά ώρα ακόμη, έτσι κλειστό στο χέρι.
Ώσπου να ταυτίσει τις αράδες με το πρόσωπο της φωτογραφίας που διακοσμούσε το εξώφυλλο. Ένα πρόσωπο όμορφο με χαρακτηριστικά λεπτά, μέτωπο μικρό. Μάτια που δηλώνουν συνεχείς ελλείψεις. Μύτη σμιλεμένη από αρχαίο έλληνα γλύπτη. Μάγουλα στεγνά, σα μικρά, ωχρά γιασεμάκια στο φως του φεγγαριού.


Και τότε έγιναν ορατά γιά πρώτη φορά τα συμπτώματα της μετέπειτα ψυχικής της ασθένειας:
μιά υπερβολικά έντονη ευερεθιστότητα, που φυσικά τότε ερμηνευόταν ως εφηβική επιθετικότητα, αυπνία, υψηλή πίεση, μία αισθητά κακή σχέση με το φαγητό.
Αλλά και στην σχέση της με την αδερφή της Βανέσσα προέκυψαν προβλήματα, παρόλο που καταλάβαιναν η μία την άλλη και ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικές προστριβές μεταξύ τους. Κι όμως η Βιρτζίνια έβλεπε τον εαυτό της μέσα από τον καθρέφτη που αποτελούσε η αδερφή της, κι αυτό θα πρέπει να της προκαλούσε αγωνία, αφού η Βανέσσα ήταν όλα όσα η Βιρτζίνια θα ήθελε να είναι: η Βανέσσα ήταν μεγαλύτερη, πιό πραγματίστρια, καθόλου κλεισμένη στον εαυτό της, καθόλου πολύπλοκη, ένας άνθρωπος, που εκ των προτέρων προσέλκυε τους άλλους.

υ.γ. η παράγραφος ή σημειωμένη με πράσινο από το βιβλίο ''ιδιοφυής και μόνη'', εκδόσεις Μελάνι.

Sunday, January 04, 2009

ανείπωτη αγκαλιά

Γιά να νοιώσει τις εποχές, χρησιμοποιούσε όλα τα αισθητήρια όργανα.
Πρώτα πρώτα το φως, το φως που έπαιζε με τις σκιές σ αυτό το βρωμιάρικο κελί της.
Καλοκαίρια την χάιδευε σαν εραστής, χειμώνες την βύθιζε σ ένα ελαφρύ σκοτάδι.
Την βροχή, την βροχή την άκουγε να γλυστράει με δύναμη, από τα ακρόστεγα στο λούκι κι από κει στο χώμα, κι αυτό να ρουφάει με λύσσα το νερό.
Οι αστραπές βίαζαν το μικροσκοπικό παράθυρο, και φώτιζαν το δωμάτιο γιά μιά στιγμή, κι ύστερα γιά μιά άλλη.
Να τώρα σταμάτησε, σκεφτόταν, σκεφτόταν και περίμενε.
Κι ύστερα ερχόταν ο παφλασμός. Σα κύμα που σκάει σε βράχο. Τόσα χρόνια τώρα πίστευε πως εκεί γύρω πρέπει να είχε θάλασσα. Ποτέ δεν την είδε. Την μύριζε. Φύκι κι αλμύρα όταν φύσαγε νοτιάς.

Με το νου της έπλαθε εικόνες, θα έχουν πέσει σίγουρα τα φύλλα των δέντρων, ή η γη θα ανθίζει, ένα αυτοκίνητο σταματάει, ένας κήπος, μιά πόρτα, ένα μαχαίρι, όταν το σκεφτόταν αυτό σφάλιζε με δύναμη τα μάτια της ποιός ξέρει γιατί.
Αρνήθηκε να εξηγηθεί. Απαξίωσε να εξηγήσει, ούτε τότε στο δικαστήριο, ούτε καν στον εαυτό της καιρό μετά. Καμμιά αθωότητα δεν υπερασπίστηκε. Καμμία ενοχή δεν παραδέχτηκε.

Τσιγάρο στην αυλή. Τις τελευταίες μέρες έβλεπε βαρύ το χιόνι στο θολωτό από πάνω της. Παφ και νιφάδα. Παφ και νιφάδα! Άντε και καμμιά κουβέντα με τις υπόλοιπες, ξέρεις από αυτές τις ελαφριές της φυλακής.

Σήμερα την ξύπνησαν πρωί.
Έγινε δεκτή η αίτηση χάριτος.
Σηκώθηκε και έβγαλε από μιά τσάντα, χωμένη βαθιά στην κοιλιά του κρεββατιού, ένα σορτσάκι και μία μπλούζα, κοντομάνικη.
Μ αυτά την είχαν φέρει, μ αυτά θα έφευγε.
Τα φόρεσε, την πήρε παραμάσχαλα και βγήκε έξω. Άδειο το προαύλιο. Ούτε που την περίμενε κανείς, ούτε που περίμενε κανέναν. Πόνεσαν τα μάτια της από το απότομο φως.
Γρήγορα την τύλιξε το χιόνι.
Με πρόσωπο κενό, κλειδωμένο και βήματα αργά, έψαξε την θάλασσα.


Τη θάλασσα δεκατέσσερα χρόνια είχα να τη δω
υποθέτω πως έτσι ξαναγεννιέται κανείς
ανοίγοντας τον εαυτό του μοιρογνωμόνιο του ορίζοντα
σε μιαν ανείπωτη αγκαλιά
για τη μητέρα του κόσμου, τη θάλασσα


Έβγαλε τις κάλτσες της και βούλιαζε μιά στο νερό και μιά στο χιόνι.

Κι έπειτα θυμήθηκε αυτό που καιρό φοβόταν. Εκείνη τη φωτογραφία, την παλιοκαιρισμένη και σκισμένη, που έκρυβε στα σωθικά της τσάντας της. Έχωσε το χέρι, ψαχούλεψε, την βρήκε και την έβγαλε. Δίχως να την κοιτάξει, την κράτησε στην παλάμη της, ώσπου σκεπάστηκε από ένα στρώμα λευκό.

Και μόνο τότε κίνησε να φύγει.

Οι στίχοι, οι σημειωμένοι με μπλε, της Λένας Πλάτωνος

Friday, January 02, 2009

το τραινάκι

Έκρυψα τα όνειρα μου
σ' ένα μικρό ξύλινο τραινάκι.

Νύχτα πρωτοχρονιάς, το ακούμπησα στα χέρια σου.

Λίγες ώρες μετά,
μαραινόταν σε μιά χωματερή παιχνιδιών!
Δάκρυσα.

Χθες, μου παραπονέθηκες πως είναι στιγμές
που το σφύριγμα μιάς ατμομηχανής
ψυθιρίζει ιδρωμένες συλλαβές από το όνομα μου
βαθιά στην ψυχή σου.

Συγχώρα με!

2/01/2009

Thursday, January 01, 2009

γούρι γούρι

Tο φλουρί ούτε που το έπιασα. Ρόδι δεν έσπασα. Με το δεξί δεν μπήκα.
Από το πρωί ψάχνω ένα θέμα που να μου κάνει ''κλικ'' μέρα πρωτοχρονιάς.
Την φωτό την βρήκα σε ανύποπτο χρόνο. Στο facebook, και με μέσον. Έδωσα και πήρα το αντίτιμο.
Φωτογραφία ζωής. Κατάθεση ψυχής.
Το γούρι της χρονιάς, της κάθε χρονιάς.

Και πάλι χρόνια πολλά
Χρόνια τυχερά..
Ευτυχισμένα!!!

οι φωνές

  Φυσικά και μου αρέσει να είναι όλα τακτοποιημένα στα κουτάκια τους.  Όμως θέλω αυτά τα κουτάκια να είναι μαλακά και απαλά.  Και θέλω να φύ...