Sunday, May 03, 2009

τσιγάρο

Mε το που έκλεινα την πόρτα, μπαίνοντας στο μικρό seatάκι, βαμμένο σ εκείνο το πορτοκαλοκόκκινο χρώμα της εποχής, μου έδινες το πακέτο.
''Άναψέ μου ένα τσιγάρο''
Ψαχούλευα το μαλακό REX, άναβα, τραβούσα και το έβαζα στο στόμα σου.
Έτσι σε θυμάμαι. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλια, το φραπεδάκι νερομπούμπλι και το τασάκι πάντα καθαρό γιατί η μυρωδιά από τα αποτσίγαρα σε ενοχλούσε.

Χρόνια μετά σε αναγνώριζα από την κομμένη ανάσα σου, τον βήχα, τις χαμηλές αντοχές. Ένα πακέτο την ημέρα μου έλεγες. Άρχισα να κρύβω αγορασμένα κουτιά και σταχτοδοχεία, φοβόμουν βλέπεις μη σε χάσω. Σ έβαζα να δώσεις όρκο πως θα το κόψεις.

Πολύ πολύ αργότερα, η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα.

Τότε άρχισα να καπνίζω εγώ. Όχι πολλά, 2-3 την μέρα, με το καφέ στο σπίτι, με τον καφέ έξω, λίγα περισσότερα όταν είμαι με παρέα.
Σε ένα μήνα θα μου λείψει αυτή η πολυτέλεια. Δεν ξέρω εάν μου αρέσουν αυτά τα μέτρα. Ή μάλλον όχι. Δεν μου αρέσουν. Το βρίσκω υπερβολή, καταπίεση.
Ας ήταν τουλάχιστον να έχεις το δικαίωμα του ενός. Θα με βόλευε.
Διαφορετικά, καφές χωρίς τσιγάρο στο χέρι δε λέει.

Προτιμώ φραπεδάκι στo δρόμο, στην παραλία και την ελευθερία μου..

Friday, May 01, 2009

παπαρουνοχώραφα

Mε πιάνεις από το χέρι και με οδηγείς σ ένα λιβάδι παπαρούνες.
-Κοίτα, κόκκινα φιλιά ανάμεσα στα στάχυα μου φωνάζεις και σαλιώνεις το στόμα μου με την απληστία της μέλισσας στη γούβα ενός λουλουδιού.
Με ρίχνεις στο σπαρμένο χώμα. Πέφτεις επάνω μου.
Βρέχει. Καταπίνω νερό, και κόβω κόκκινες ψυχές μ ένα μεγάλο μεταλικό ψαλίδι. Τις κρύβω στο ποτήρι μου. Γύρω μου πέταλα πιό ελαφριά κι από μιά πνοή. Πιό διάφανα κι από μιά σταγόνα αίμα.
Τα συλλέγω σ ένα χάρτινο κουτί και δένω με κατακόκκινη κορδέλα.
Σε παίρνω μαζί μου, να γιορτάσουμε μιά πρωτόγνωρη πρωτομαγιά.

Friday, April 24, 2009

750 και κάτι

Μ αυτή την ανάμνηση, ταλανίζομαι τέσσερις μέρες τώρα. Μου φαντάζουν σαν αιώνας. Κοιμάμαι, ξυπνάω, αδυνατώ να βρω την αρχή και το τέλος της. Σε ποιά σημεία να την πιάσω, ώστε να μη πονέσει, να παραμείνει αλώβητη, ατόφια!

750 και κάτι φωτογραφίες. Βάρηνε η μηχανή μου. Έτσουξαν τα μάτια μου από χρώμα ανατολής. Κάηκαν από την τόση ομορφιά.
750 και κάτι ''κλικ''. Πόνεσαν τα δάχτυλα, πιέστηκε ο αυχένας. Που να πρωτοκοιτάξεις που δεν προλαβαίνει ο νους. Και τι να πεις; Πως να το πεις; Πως να μεταφέρεις όλη αυτή την γλύκα με λέξεις ή με στατικές εικόνες;

Πρώτη μου φορά που νοιώθω τόσο γεμάτη και δεν ξέρω με ποιό τρόπο να το μοιραστώ. Συνήθως ξεχυλίζουν οι φράσεις μονάχες από μέσα μου. Σήμερα βουβάθηκαν, σιώπησαν. Ζαλίζομαι ακόμη με μουσικές. Είμαι ακόμη εκεί, τριγυρνάω στα σοκκάκια, μυρίζω, πίνω, ακούω, αφουγκράζομαι, ψιθυρίζω, ενθουσιάζομαι, γελάω! Και κυρίως ρουφάω, καταπίνω εικόνες.

Ως να στεγνώσει όλο αυτό το θαύμα μέσα μου!

υ.γ. στη φωτό η αφεντιά μου..

Thursday, April 23, 2009

των ασεβών μου πόθων

Eίχα ένα φίλο, τον Εμίν,
που χόρευε με το σουγιά στα δόντια
κι ένα τσιγάρο σέρτικο
πίσω στ' αυτί αναμμένο.

Έλα να δεις, μου φώναζε,
παπούτσια δε φορώ,
κορδόνια είναι οι φλέβες
που η μάνα μου μου χάρισε
κι ούτε στα μάτια έχω φως.

Ό,τι μπορώ και βλέπω,
είναι μιά σκιά από αίμα μαύρο
στο χορό
που λέει ότι είναι η Πόλη, η Ιστανμπούλ.

Καταραμένη ας μένει που
μου πήρε την καρδιά,
κι άλλη καρδιά δεν μου 'μεινε
να τη μισήσω
πιό πολύ... απ' όσο την αγάπησα.

*Παλιός αμανές*

Thursday, April 02, 2009

Meli.. mon cherrie

''Στέλιο, θαρρώ πως κάποιος σκαλίζει μέσα στο σπίτι. Άντε να δεις. Σήκω που σου λέω!''
Φέρνουν βόλτα το δίπατο με την ανάσα της πικρή και λαχταρισμένη.
Είναι μόνοι. ''Όνειρο ήταν γλυκιά μου''. Την φιλάει.

Η Μέλια τυλίγει το χέρι της, φίκι στο μπράτσο του. Ελαφρωμένη από τον φόβο, μαλακώνει την ανάσα της στο στήθος του. Θερμαίνει τα χείλια της στο στόμα του.
Λίγο μετά, παίζει την γλωσίτσα της στην τρυφερή γούβα του αφαλού του. Αφήνει μέσα το σάλιο της και ξαναρουφάει την νοστιμάδα της γεύσης του.
Ταλαντεύεται σαίτα πάνω από το σώμα του. Τον καταπίνει μέσα της.
''Πες μου το, πες μου'' το εκλιπαρεί πάνω στον πόθο.
Πλησιάζει στο αυτί της. Υγραίνει το λοβό.
''Μελί.. Μελί mon cherrie της ψιθυρίζει.''

Στην έκσταση επάνω, παίρνει τούτες τις λέξεις, τις πλέκει όνειρα και κυλιέται μέσα τους. Όλη νύχτα.

Το πρωί, θα ξυπνήσει μόνη. Θα βρει το σημείωμα. ''Μελί.. mon cherrie, στα δάχτυλα των ποδιών σου ζω'' θα της έχει γράψει ο Στέλιος, γεννημένος από Γαλλίδα μητέρα.

Δίνει οδηγίες στην μαγείρισα, φρεσκοπλυμμένα πατώματα, καλογυαλισμένα ασημικά, πουλερικό μαγειρεμένο σε πορτοκαλόζουμο. Να μοσχοβολά το σπίτι ρίγανη και βασιλικό.
Να ανθίσει το βάζο με λουλούδια του κήπου.
Πιάνει το τελαράκι και κεντά τη γλύκα δυό αγγέλων να βαστούν το μονόγραμμα της, με μπαμπάκι λευκό.
Ράβει με την βελόνα ροδοπέταλα και ρένει με ροδόζουμο.

Με ότι περισσεύει βρέχει τα σεντόνια.
Ξέρει πως η παγωνιά στον αέρα, φέρνει καταιγίδες. Κι αυτή χρειάζεται νύχτα καλοκαιρινή να κανακεύει ζαχαρένια σύννεφα.

Προστάζει την μαγείρισα, την μπακιρένια χύτρα ως απάνω με νερό. Να βράσει, να αμολύσει ατμό. Περνάει το πρόσωπο από πάνω, ν' ανοίξουν οι πόροι, να στάζει ομορφιά πρώιμου μπουμπουκιού.
Γεμίζει με το υπόλοιπο την ασημένια σκάφη.
Ξεγυμνώνεται. Ριγεί η ραχοκοκκαλιά της.

Χωρίζει βρεγμένα ακόμη τα μαλλιά σε τούφες. Τα δένει στρίβοντας σε κουρελάκια λινά. Γεμίζει το κεφάλι της άσπρους κόμπους.

Δυό ώρες μετά, φέρνει τον καθρέφτη μπρος της. Εκατό βουρτσιές να γίνουν σα μετάξι. Το βράδυ, τον βάζει να ξεχωρίσει μία μία τις μπούκλες της απαλά, να αποβάλλει σταλιά σταλιά την κούραση, πριν του δώσει να γλύψει την κάψα κάτω από το δαντελωτό εσώρουχο. Λάγνο και ζουμερό το θηλυκό κορμάκι. Στιλπνό κι αντρίκιο τ' αρσενικό. Τα άκρα της να τσαλαβουτούν στο σπέρμα.

Την αυγή, θα της γράψει πάλι, με την πένα υγρή από μελάνι. ''Μελί.. Μελί mon cherrie, στα δάχτυλα των ποδιών σου ζω.''

Θα ξυπνήσει μόνη.
Θα ανοίξει το βυσσινί συρτάρι, και θα αφήσει να κυλήσει το σημείωμα, μαλακά πλάι στα άλλα.
Στο ημερολόγιο της, στην σημερινή άγραφη ακόμη σελίδα, μ ένα παχύ, γνώριμο σημάδι, θα σημειώσει άλλη μιά νίκη!

Sunday, March 29, 2009

αυτό το ''κάτι''

Tην τριβέλιζε, όμως, που αναδευόταν μέσα της αυτό το κτηνώδες τέρας! που άκουγε κλαράκια να σπάνε κι ένιωθε οπλές να χώνονται στα βάθη εκείνου του πυκνόφυλλου δάσους, της ψυχής..

που δεν ήταν ποτέ αρκετά ικανοποιημένη ή αρκετά σίγουρη, επειδή ανά πάσα στιγμή θ' αναδευόταν το κτήνος, αυτή η έχθρα που, ιδίως μετά την αρρώστια της, είχε την δύναμη να την κάνει να νιώθει ένα γδάρσιμο, μιά πληγή στην ραχοκοκκαλιά..

της προξενούσε σωματικό πόνο κι έκανε όλη την χαρά της ομορφιάς, της φιλίας, της ευημερίας, της αγάπης που την περιέβαλλε, της φροντίδας να είναι το σπίτι της ένας βράχος ευχάριστος, να τρέμει και να κλονίζεται, σαν να υπήρχε πράγματι ένα κτήνος που σκάλιζε τις ρίζες, σαν να μην ήταν ολόκληρη η πανοπλία της ικανοποίησης τίποτε άλλο από φιλαυτία!
αυτή η έχθρα!

απόσπασμα από τό βιβλίο ''η κυρία Νταλογουέι''
της Βιρτζίνια Γουλφ

Thursday, March 26, 2009

ο πειρασμός

Περίεργο, μα σήμερα το άκουσα έγκαιρα το ξυπνητήρι.
Δεν αντήχησε ούτε σαν κουδούνισμα τηλεφώνου, ούτε σαν συναγερμός αυτοκινήτου. Ξεκάθαρος, ο κτύπος ενός προγραμματισμένου, επιτραπέζιου, ρολογιού.
Ακολούθησε η φωνή σου, μαλακή και τρυφερή, χάδι στ αυτιά μου.
”Στέλλα θα ξυπνήσεις;”

Σηκώθηκα, σέρνοντας τις χνουδωτές ροζ παντόφλες μου βρέθηκα στην κουζίνα, γέμισα ένα ποτήρι με νερό κι ακόμη με μάτια μισόκλειστα από την νύστα, κατάπια το χάπι μου.
Το ρολόι του σαλονιού, έδειχνε πως είχα γύρω στη μία ώρα χρόνο ώσπου να φύγω γιά το γυμναστήριο.

Το νερό, κύλησε άνοστα ως το στομάχι μου.
Πεινούσα. Τι είχα φάει εχθές; Μεσημεράκι σαλάτα κι ένα βραστό αυγό, γιαούρτι και δημητριακά γιά βραδυνό.
Ένοιωθα κάτι ανάμεσα σε πείνα και πόνο, κι αν ετοιμαζόμουν Τώρα ώστε να φύγω στην ώρα μου γιά το γυμναστήριο, θα έπρεπε να περιμένω ως τη μία παρά τέταρτο γιά να βάλω κάτι στο στόμα μου.
Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Αποδεδειγμένο πως ποτέ δεν τα έχεις όλα. Ή απολαμβάνεις τις ασκήσεις σου πρωί πρωί ή τρως όπως όλος ο κόσμος το πρωινό σου και αποδέχεσαι τις επιπτώσεις.

Με ζύγισα. Πεινούσα τόσο που έδειχνε αδύνατο να περιμένω ως το μεσημέρι.
Πήρα με βαριά καρδιά την απόφαση.
Άρχισα να αδειάζω το πλυντήριο των πιάτων, έβαλα σ ένα μπρίκι το γάλα μου να ζεσταθεί, γέμισα ένα μπωλ με φλέικς ως επάνω, δυό δαμάσκηνα ξερά και γυμναστήριο παρέμεινε ένα όνειρο γιά σήμερα.


Η σοκολάτα ήταν ξαπλωμένη νωχελικά επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Την έβλεπα κάθε που περνούσα πέρα δώθε, την έβλεπα με την άκρη του ματιού, με πλήρη ματιά, από μακριά, από κοντά, ήταν πάντα στο οπτικό μου πεδίο, φαρδιά, πλατιά, κρυμμένη μέσα σ ένα λεπτό, χάρτινο κάλυμα. Υποψιαζόμουν το ποιός την αγόρασε, όπως και το ποιός έφερε αυτόν τον μήνες τώρα απαγορευμένο πειρασμό μέσα στο σπίτι.


Της έριξα ξανά μιά λοξή, αυτή την φορά αναγνωριστική ματιά. Μμμ, ελβετική, γάλακτος, με κρυμμένα κομματάκια πορτοκάλι. Ότι πιό αγαπημένο μου.

Φύγε από μπροστά μου, μουρμούρησα, κι έπιασα να βάζω πλυντήρια, να απλώνω ρούχα, να ζωγραφίζω, να γράφω κείμενα. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή, κι ο ήλιος γρατζουνούσε με τα νυχάκια του την τζαμαρία, στην ανατολική πλευρά του σπιτιού.

Η πείνα όμως, είχε ρίξει άγκυρα στο στομάχι μου. Κοίταξα το ρολόι. Μεσημέριασε. Έβαλα ένα κομμάτι στήθος κοτόπουλου να σιγοψήνεται. Πασπάλισα με αλάτι, και μ εκείνο το καρύκευμα γιά ψητά κρέατα που το κάνει πιό νόστιμο και πιό πικάντικο.

Ψήνω το κοτοπουλάκι μου, αλλά το βλέμμα δε φεύγει από την σοκολάτα, το ωραίο περιτύλιγμα κι το τεράστιο 70% στο κέντρο, που αναφέρεται στην περιεκτικότητα της σε κακάο.

Σιγά μη σε φάω, γύρισα και της είπα με περιφρόνηση. Τόσους μήνες το παλεύω, σιγά μη πέσω στα δικά σου χέρια. Τς, Τς.. (!)

Βάζω το κοτόπουλο σε υψηλή θερμοκρασία να ροδοκοκκινίσει, σε χαμηλή με λίγο νεράκι να σιγοψηθεί, περιποιούμαι και το μπρόκολο, αλατάκι, ελάχιστο λαδάκι, λεμονάκι, ετοιμάζω ένα μεγάλο πιάτο, μουστάρδα σπέσιαλ και μιαμμμ.. επιτέλους τρώω. Τρώω, μα συνεχίζω να πεινάω, λέω που θα πάει θα μου φύγει το συναίσθημα, μόλις τελειώσει και η τελευταία πηρουνιά.

Ξεπλένω το πιάτο μου, κι ακόμη πεινάω.
Βάζω ξανά το μπρίκι και τσάι να ψήνεται στη φωτιά.
Λοξή ματιά στο τραπέζι, κι η σοκολάτα ακόμη εκεί. Πάω από πάνω και λιγουρεύομαι την φωτογραφία. Ααα όχι της απαντώ, δεν θα σου κάνω την χάρη.

Πίνω με μικρές γουλιές το τσάι, χαζεύω στο διαδίκτυο.
Ξεπλένω το φλυτζάνι στο νεροχύτη. Με τυφλώνει ο ήλιος που μπαίνει στην κουζίνα μέσα από το παράθυρο, ακριβώς πάνω από την βρύση.
Πεινάω. Παίρνω στα χέρια μου την σοκολάτα, σαν να τρέμουν λίγο, η καρδιά μου χτυπά ίσαμε δέκα χτύπους γρηγορότερα, σκίζω το εξωτερικό λεπτό χαρτόνι συσκευασίας και χριτςςς.. ξετυλίγω το χρυσόχαρτο.
Κόβω ένα κομμάτι, το φέρνω στο στόμα μου.
Δοκιμάζω. Μμμ.. Αποκορύφωμα γεύσης!

Το πρώτο κομμάτι έφερε το δεύτερο, το τρίτο.
Τι να σας πω, κι αυτή τη στιγμή που γράφω στο πληκτρολόγιο, κρατάω μμμ.. ένα κομμάτι στο χέρι το αριστερό μμμ.. και γράφω με το δεξί.

Τελικά, εάν πήγαινα στο γυμναστήριο.. αν λέω..

πλεονεξία

  Διάβασε μου,  εκείνο το παραμύθι,  με το βασιλιά,  που ήταν τόσο λιχούδης ώστε έβαλε  τους καλύυυυτερους ζαχαροπλάστες της χώρας να του φτ...