
Περίεργο, μα σήμερα το άκουσα έγκαιρα το ξυπνητήρι.
Δεν αντήχησε ούτε σαν κουδούνισμα τηλεφώνου, ούτε σαν συναγερμός αυτοκινήτου. Ξεκάθαρος, ο κτύπος ενός προγραμματισμένου, επιτραπέζιου, ρολογιού.
Ακολούθησε η φωνή σου, μαλακή και τρυφερή, χάδι στ αυτιά μου.
”Στέλλα θα ξυπνήσεις;”
Σηκώθηκα, σέρνοντας τις χνουδωτές ροζ παντόφλες μου βρέθηκα στην κουζίνα, γέμισα ένα ποτήρι με νερό κι ακόμη με μάτια μισόκλειστα από την νύστα, κατάπια το χάπι μου.
Το ρολόι του σαλονιού, έδειχνε πως είχα γύρω στη μία ώρα χρόνο ώσπου να φύγω γιά το γυμναστήριο.
Το νερό, κύλησε άνοστα ως το στομάχι μου.
Πεινούσα. Τι είχα φάει εχθές; Μεσημεράκι σαλάτα κι ένα βραστό αυγό, γιαούρτι και δημητριακά γιά βραδυνό.
Ένοιωθα κάτι ανάμεσα σε πείνα και πόνο, κι αν ετοιμαζόμουν Τώρα ώστε να φύγω στην ώρα μου γιά το γυμναστήριο, θα έπρεπε να περιμένω ως τη μία παρά τέταρτο γιά να βάλω κάτι στο στόμα μου.
Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Αποδεδειγμένο πως ποτέ δεν τα έχεις όλα. Ή απολαμβάνεις τις ασκήσεις σου πρωί πρωί ή τρως όπως όλος ο κόσμος το πρωινό σου και αποδέχεσαι τις επιπτώσεις.
Με ζύγισα. Πεινούσα τόσο που έδειχνε αδύνατο να περιμένω ως το μεσημέρι.
Πήρα με βαριά καρδιά την απόφαση.
Άρχισα να αδειάζω το πλυντήριο των πιάτων, έβαλα σ ένα μπρίκι το γάλα μου να ζεσταθεί, γέμισα ένα μπωλ με φλέικς ως επάνω, δυό δαμάσκηνα ξερά και γυμναστήριο παρέμεινε ένα όνειρο γιά σήμερα.
Η σοκολάτα ήταν ξαπλωμένη νωχελικά επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Την έβλεπα κάθε που περνούσα πέρα δώθε, την έβλεπα με την άκρη του ματιού, με πλήρη ματιά, από μακριά, από κοντά, ήταν πάντα στο οπτικό μου πεδίο, φαρδιά, πλατιά, κρυμμένη μέσα σ ένα λεπτό, χάρτινο κάλυμα. Υποψιαζόμουν το ποιός την αγόρασε, όπως και το ποιός έφερε αυτόν τον μήνες τώρα απαγορευμένο πειρασμό μέσα στο σπίτι.
Της έριξα ξανά μιά λοξή, αυτή την φορά αναγνωριστική ματιά. Μμμ, ελβετική, γάλακτος, με κρυμμένα κομματάκια πορτοκάλι. Ότι πιό αγαπημένο μου.
Φύγε από μπροστά μου, μουρμούρησα, κι έπιασα να βάζω πλυντήρια, να απλώνω ρούχα, να ζωγραφίζω, να γράφω κείμενα. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή, κι ο ήλιος γρατζουνούσε με τα νυχάκια του την τζαμαρία, στην ανατολική πλευρά του σπιτιού.
Η πείνα όμως, είχε ρίξει άγκυρα στο στομάχι μου. Κοίταξα το ρολόι. Μεσημέριασε. Έβαλα ένα κομμάτι στήθος κοτόπουλου να σιγοψήνεται. Πασπάλισα με αλάτι, και μ εκείνο το καρύκευμα γιά ψητά κρέατα που το κάνει πιό νόστιμο και πιό πικάντικο.
Ψήνω το κοτοπουλάκι μου, αλλά το βλέμμα δε φεύγει από την σοκολάτα, το ωραίο περιτύλιγμα κι το τεράστιο 70% στο κέντρο, που αναφέρεται στην περιεκτικότητα της σε κακάο.
Σιγά μη σε φάω, γύρισα και της είπα με περιφρόνηση. Τόσους μήνες το παλεύω, σιγά μη πέσω στα δικά σου χέρια. Τς, Τς.. (!)
Βάζω το κοτόπουλο σε υψηλή θερμοκρασία να ροδοκοκκινίσει, σε χαμηλή με λίγο νεράκι να σιγοψηθεί, περιποιούμαι και το μπρόκολο, αλατάκι, ελάχιστο λαδάκι, λεμονάκι, ετοιμάζω ένα μεγάλο πιάτο, μουστάρδα σπέσιαλ και μιαμμμ.. επιτέλους τρώω. Τρώω, μα συνεχίζω να πεινάω, λέω που θα πάει θα μου φύγει το συναίσθημα, μόλις τελειώσει και η τελευταία πηρουνιά.
Ξεπλένω το πιάτο μου, κι ακόμη πεινάω.
Βάζω ξανά το μπρίκι και τσάι να ψήνεται στη φωτιά.
Λοξή ματιά στο τραπέζι, κι η σοκολάτα ακόμη εκεί. Πάω από πάνω και λιγουρεύομαι την φωτογραφία. Ααα όχι της απαντώ, δεν θα σου κάνω την χάρη.
Πίνω με μικρές γουλιές το τσάι, χαζεύω στο διαδίκτυο.
Ξεπλένω το φλυτζάνι στο νεροχύτη. Με τυφλώνει ο ήλιος που μπαίνει στην κουζίνα μέσα από το παράθυρο, ακριβώς πάνω από την βρύση.
Πεινάω. Παίρνω στα χέρια μου την σοκολάτα, σαν να τρέμουν λίγο, η καρδιά μου χτυπά ίσαμε δέκα χτύπους γρηγορότερα, σκίζω το εξωτερικό λεπτό χαρτόνι συσκευασίας και χριτςςς.. ξετυλίγω το χρυσόχαρτο.
Κόβω ένα κομμάτι, το φέρνω στο στόμα μου.
Δοκιμάζω. Μμμ.. Αποκορύφωμα γεύσης!
Το πρώτο κομμάτι έφερε το δεύτερο, το τρίτο.
Τι να σας πω, κι αυτή τη στιγμή που γράφω στο πληκτρολόγιο, κρατάω μμμ.. ένα κομμάτι στο χέρι το αριστερό μμμ.. και γράφω με το δεξί.
Τελικά, εάν πήγαινα στο γυμναστήριο.. αν λέω..