Κάπως έτσι τοποθέτησε την μητέρα της εχθές μια φίλη. Η κόλαση και ο παράδεισος σε μια συσκευασία. Συμφωνώ απολύτως. Αυτό υπήρξε κι η δικιά μου η μαμά για μένα (κι ακόμη είναι)!
Βρες το λάθος λοιπόν:
Άτομο χειριστικό.
Ναρκισσιστικό.
Επικριτικό.
Το λάθος δεν είναι στον χαρακτήρα κάποιου, όποιος κι αν είναι αυτός. Το λάθος ανήκει σ' αυτόν που δέχεται έναν τέτοιο χαρακτήρα. Άλλοτε στωικά κι άλλοτε με έντονες αντιδράσεις που όμως δεν οδήγησαν ποτέ πουθενά κι ούτε ποτέ κανείς άλλαξε για χάρη κανενός.
Η δικιά μου η μαμά με μεγάλωσε έτσι που δεν έβλεπα την ώρα να φύγω από το πατρικό μου σπίτι.
Κι όταν έφυγα (έκανα δικό μου σπίτι), επέστρεψα γιατί με περίμενε το δικό μου σπίτι ''παγίδα'' δίπλα από το δικό της. Και τσίμπησα με λαιμαργία το τυράκι χωρίς να υποψιάζομαι την φάκα.
Και σαν προίκα μαζί με όλα τα άλλα, πήρα και την μαμά μου παραμάσχαλα.
Δικαιωματικά πίστευα, αφού είχα την αμέριστη βοήθεια της, της έδωσα και το κλειδί του δικού μου σπιτιού. Και η μαμά δεν είχε τακτ ούτε μέτρο. Αλλά ούτε κι εγώ είχα μέτρο. Γιατί αν είχα δεν θα ντρεπόμουν να βάλω τα όρια μου.
Είναι δύσκολο για ένα παιδί να καταλάβει ότι η μαμά δεν έχει δίκιο. Ότι η μαμά είναι χειριστική. Ότι η μαμά σε χρησιμοποιεί σκαλοπατάκι για να ζήσει την δικιά της ζωή.
Κι όταν έρχεται η σειρά σου να ζήσεις την δικιά σου ζωή, από αγάπη αλλά κι από %#^&& πιστέψτε με, την μοιράζεσαι μαζί της. Γιατί η μαμά σου σε ξεκουράζει από την ευθύνη που έχεις για τα παιδιά σου. Γιατί η μαμά σου σε ξεκουράζει από την ευθύνη που έχεις για το σπίτι σου. Και βολεύεσαι και τρως και το τυράκι και το χαβιαράκι στην τελική γιατί όχι αφού είναι νόστιμα αλλά η φάκα μεγαλώνει, το ίδιο και το χάσμα μεταξύ εσένα και της προσωπικής σου ζωής.
Μια μέρα, φτάνεις στο αμήν, είσαι και 50 χρονών, μεγάλωσες λιγάκι κάνεις την επανάσταση σου.
Προηγήθηκε μια επανάσταση καμμιά δεκαετία πριν που κόντεψε να τα κάνει όλα σκόνη και θρύψαλα. Όλα όμως! Δεν καταλάβαινα ακόμη πως η πίεση που ένιωθα αφορούσε το θεριό που βρισκόταν στην ζωή μου με τη δική μου συγκατάθεση. Τα θεωρούσα όλα φυσιολογικά, θα έπρεπε να λέω κι ευχαριστώ για όλα τα καλά σκεφτόμουν, και κόντευα να διαλύσω ότι αγαπούσα!
Φυσικά κανείς δεν έπαιρνε είδηση τον ψυχικό μου κόσμο. Η μαμά μου, η αγαπημένη μου μαμά δεν είχε πάρει χαμπάρι το τι περνούσα εγώ, σε τι ψυχολογία βρισκόμουν κι αν άγγιζα την κατάθλιψη ή αν ήμουν καλά!
Από τα 50 μου λοιπόν και μετά, άρχισα να απομακρύνομαι. Ο πατέρας μου, λίγους μήνες πριν πεθάνει, με ρώτησε γιατί δεν πηγαίνω πια μέσα. Ένιωσα ένοχη το ομολογώ. Παράπτωμα, μια που εγώ δεν είχα ποτέ την επιλογή να είμαι μακριά ή να είμαι κοντά. Ήταν δεδομένο το σούρτα φέρτα. Χωρίς τακτ το ξαναλέω.
Του απάντησα του πατέρα μου ''μα κι εσύ δεν έφυγες από την μαμά σου;'' και ήθελα να κλάψω αλήθεια αλλά ευτυχώς σ΄αυτό έστω στάθηκα δυνατή μέχρι τον θάνατο του. Άφηνα τα δάκρυα για την επόμενη μέρα, και μετά για την μεθεπόμενη, μέχρι που θυμάμαι ένα βράδυ ήμουν μόνη μου σε μια βόλτα και με έπιασαν κλάμματα γοερά καθώς κινιόμουν ανάμεσα στο πλήθος του κόσμου. Ήθελα να καταρεύσω αλήθεια, ήθελα κάποιος να με δει να κλαίω και να με πάρει αγκαλιά, κανείς δεν μου έδωσε καμμία σημασία.
Την περίοδο που ο μπαμπάς μου ήταν άρρωστος δεν είχα καμμία επαφή με την μαμά μου.
Με ενοχλούσαν όλες της οι αντιδράσεις.
Δεν ήθελε να μένει ώρες μαζί του στο νοσοκομείο, προτιμούσε πχ να είναι σπίτι να μαγειρεύει.
Δεν πρόσεχε πχ χρησιμοποιούσε αρωματικά σπρέυ τα οποία ενοχλούσαν.
Κατέβαζε να πλύνει κουρτίνες!
Τέλος πάντων είμαστε δυό τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες και δικαίωμα της. Μετά την κηδεία του πατέρα μου την είχαμε στο αυτοκίνητο μαζί μας κι ένιωθα πως είχαμε ένα πληγωμένο σπουργιτάκι, δεν ήξερα από που να την πιάσω μέχρι που την άκουσα να προγραμματίζει για το μνημόσυνο.
Κι αυτό δεν μ' άρεσε.
Μετά, ήρθε το μπούρου μπούρου, δώσε το μισό σπίτι στην αδερφή σου να έχει ένα σπίτι όταν έρχεται στην Θεσσαλονίκη.
Προηγήθηκε μια επίσκεψη στο σπίτι από μια υπάλληλο της τράπεζας, για την οποία εγώ δεν είχα ιδέα μόνο η αδερφή μου παρευρισκόταν, ήταν λίγες μέρες πριν να φύγει οριστικά ο πατέρας μου.
Κάπως έτσι, είπα στο μυαλό μου άει κι εσύ κι ο γρύλλος σου και δεν ξαναπάτησα στο σπίτι μου για 8 μήνες. Δεν της μιλούσα πέρα από μια βιαστική καλημέρα ούτε όταν συναντιόμασταν τυχαία έξω.
Οι 8 μήνες πέρασαν, ένιωθα την ανάγκη για μια μαμά, όπως κι αν ήταν αυτή.
Στην αρχή μαλώναμε, εγώ ήμουν αγριεμένη. Αυτή δεν είχε βρει τα κουμπιά μου. Όταν τα βρήκε είτε άλλαξε είτε προσποιήθηκε ότι άλλαξε. Δεν μ' ενδιέφερε. Ήθελα κοινές στιγμές με την μαμά μου.
Όσο για το λάθος, είναι δικό μου, όταν δίνω χώρο στον κάθε άλλον, για μια ώρα παραδείσου, που όμως εναλλάσεται σε κόλαση. Επειδή ο χρόνος ΜΟΥ που ΔΙΝΩ είναι πολλές φορές χωρίς όρια.
Τα όρια, τα δικά σου όρια πρέπει να τα αναγνωρίζεις ακόμη κι αν κανένας ποτέ δεν σου τα έμαθε.
11.43
11/5/2020
με μια ανάσα








