Σάββατο. Έχω κάνει μπάνιο, ντύνομαι. Βάζω κολώνια. hermes.. δώρο από τη μαμά. Κοιτάζω τη φωτογραφική. Μπααα δε θα την πάρω.. θέλω να περπατήσω.
Που θα πιούμε καφέ; Πάμε Λαδάδικα; Πάμε!
Το καφέ στα Λαδάδικα κλειστό και όχι αυτή τη φορά δε θα κάνουμε το λάθος να πάμε στο απέναντι. Στρίβουμε προς θάλασσα. Κitchen bar.
Οι θαμώνες λίγοι. Καθόμαστε σ΄ένα τραπεζάκι πλάι στη θάλασσα. Χαλαρώνω και περιεργάζομαι το τοπίο.
Θεσσαλονίκη μου! Αν υποθέσουμε ότι η πόλη αποτελείται από δρόμους και σπίτια που κάνουν εικόνες κι όλες αυτές δημιουργούν ένα ποίημα, τούτο εδώ που βλέπω αυτή τη στιγμή θα πρέπει να είναι η υπογραφή του.
Θάλασσα κι ουρανός γκριζομπλέ. Κάτι μεταξύ συννεφιάς και ήλιου, αλλά τοπίο καθαρό! Γλάροι δίπλα μας βουτούν κερασμένα μπισκότα. Η λεωφόρος Νίκης. Το γαλάζιο τριώροφο. Το άλλο το λευκό με τα θολωτά παράθυρα. Το διόρωφο όπου κάποτε στεγαζόταν το Όλυμπος Νάουσσα. Οι κίονες στις δυό γωνιές της Αριστοτέλους. Αγ. Σοφίας δεξιά όπου ήταν ο παλιός ο Τόττης.
Όλα πεντακάθαρα. Ψάχνω από συνήθεια τη φωτογραφική δίπλα μου. Δε τη βρίσκω. Ήθελα να περπατήσω κι είναι κουραστική για τόσο χρόνο στον ώμο. Λυπάμαι. Θα ήταν φωτογραφία γαμάτη.
Γουλιές καπουτσίνου στο στόμα. Η ηδονή της γλώσσας. Μπισκοτάκια μοιρασμένα στη μέση και μια μπουκιά σοκολατένιου κέικ. Ο σερβιτόρος μας έχει συμπληρώσει τουλάχιστον τρεις φορές τα ποτήρια με νερό χωρίς να του το ζητήσουμε.
Περναέι ένα καράβι, από αυτά που κάνουν μικρές βόλτες στο θερμαικό. Στην πλώρη τσαμπιά από κόσμο. Ψάχνω ξανά από συνήθειο την φωτογραφική. Δεν την έχω. Ζηλεύω τον τύπο στο διπλανό τραπέζι που φωτογραφίζει.
Η πόλη μου, έχει πολλά πρόσωπα, καθένα από αυτά και μια γωνιά. Κάθε γωνιά και μια στιγμή. Πολλές μικρές στιγμές.. η ζωή μας.





