- Δεν έχω χρόνο, ήθελε να του πει, μα μέσα της χτύπησε ένα καμπανάκι.
Παρατήρησε το όλο αγωνία πρόσωπο του. ''Ναι, πάμε'' του είπε κι εκείνος έλαμψε ολόκληρος!
Με τη ζεστή σοκολάτα μπροστά της και αυτόν απέναντι της, είχε όλο το χρόνο να σκεφτεί.
Μέσα σε λίγα λεπτά, αναίρεσε ό,τι μόχθησε τα προηγούμενα χρόνια να υπερασπίσει. Όχι, ο χρόνος δεν αλλάζει το συναίσθημα. Η καρδιά συνεχίζει άτακτα να κτυπάει. Το χέρι να τρέμει. Ο εαυτός της να επιθυμεί. Ό,τι τα προηγούμενα χρόνια καλά προσπαθούσε να κρύψει, ήρθε κι ξεχύθηκε από μέσα της. Ο Γιώργος, ήταν εδώ και ήταν ακριβώς απέναντι της. Λίγα χρόνια μεγαλύτερος. Λίγο πιό απόμακρος. Με διαφορετικό backround. Μα με τις ίδιες κινήσεις, τα ίδια λόγια, το ίδιο χαμόγελο.
Της μίλησε για την ζωή του! Πάντα τον θαύμαζε. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που έφυγε από κοντά του. Ή ζωή του έδειχνε τόσο υπέροχη απέναντι στη δική της, κι αυτός ο ίδιος ο Γιώργος είχε μια τόσο δυνατή προσωπικότητα, ένα τόσο βαρύ εκτόπισμα. Έμοιαζε σαν ένα μεγάλο, θαλασσινό κύμα, που όμως την σκέπαζε. Την σκέπαζε επώδυνα. Χανόταν δίπλα του, ένιωθε κοντή, άσχημη, αδύναμη, ατελής! Ένοιωθε μειωμένη, σαν να ζούσε σε μια σκιά, προσπαθώντας μάταια, καθημερινά να φτάσει τον ήλιο.
Βέβαια, της ήταν δύσκολο τότε να σκεφτεί πως πολύ πιθανόν, αυτόν τον ήλιο που έλεγε, να τον είχε πλάσει με την φαντασία της, για αυτό και δεν μπορούσε ποτέ να τον φτάσει, επειδή στην πραγματικότητα δεν υπήρχε.
Του μίλησε για την δική της ζωή. Κυρίως, προσπάθησα να σε ξεχάσω, ήθελε να του πει. Προσπάθησα και τα κατάφερα, να σε θυμάμαι Γιώργο σαν όνομα, σαν μια παλιά, αφηρημένη κατάσταση. Μα αν με ρωτήσεις δεν θυμάμαι τίποτα από γεγονότα, τίποτα από όλα αυτά που ζήσαμε μαζί. Θα έπαιρνα όρκο μάλιστα, πως τα περισσότερα από αυτά που νόμιζα πως ζούσαμε τότε, υπήρχαν μονάχα μέσα στην φαντασία μου. Κι όταν το καταλάβεις αυτό, την φαντασία εύκολα την ελέγχεις. Και μετά, υπάρχει μόνο ένα κενό, ένα τίποτα, μέχρι που..
Για λίγο, η Άννα δεν μίλησε, μα μέσα της φάνηκε να μετανοιώνει για αυτή την συνάντηση.
Αυτό δα της έλειπε, μετά από τόση προσωπική δουλειά με τον εαυτό της, μετά από τόσους κόπους και βάσανα, να ξαναβρεθεί στην ίδια θέση, ξανά ερωτευμένη με τον Γιώργο.
Αντ' αυτού του μίλησε για όλα τα όμορφα που της συνέβησαν από τότε. Του είπε και για όλα τα άσχημα, για αυτά που την ανησύχησαν, για τις καινούργιες εμπειρίες της, για τον διαφορετικό τρόπο που ζούσε, που σκεφτόταν, ένοιωθε πως είχε αλλάξει τόσο πολύ, μα όσο κι αν προσπαθούσε να του περιγράψει τον καινούργιο της εαυτό όπως πίστευε, τόσο ίδια ακόμη μπροστά στη δική του δύναμη αισθανόταν.
Την τρόμαξε αυτός ο εαυτός της, η αλήθεια είναι πως καθόλου δεν τον εμπιστευόταν. Καθόλου δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της όταν ερχόταν αντιμέτωπη με την ύπαρξη του Γιώργου. Μήπως για αυτό δεν είχαν συμβεί τότε, πριν χρόνια όλα; Αυτός δεν ήταν ο λόγος που είχε φύγει μακριά;
Μήπως θα έπρεπε να φύγει και πάλι; Τώρα; Αυτή τη στιγμή, όσο ήταν ακόμη καιρός;
Ή μήπως όχι;
Από το παράθυρο, τα φώτα της πόλης λαμπύριζαν χρωματιστά στα μάτια της. Μια ψιλή, κεφάλι καρφίτσας βροχή, έπεφτε στο τζάμι τρυφερά και μετέφερε όλες τις αντανακλάσεις. Η θερμοκρασία είχε πέσει επικίνδυνα αυτές τις μέρες κι από ότι φαινόταν οι μέρες των χριστουγέννων που θα ακολουθούσαν θα ήταν πολύ κρύες. Ισως, να έπεφτε και χιόνι κι αν πραγματικά συνέβαινε αυτό, τα χριστούγεννα που τόσο της άρεσαν, θα είχαν διπλή γοητεία και ομορφιά.