Tuesday, August 11, 2009

σχεδόν καφτό

Έξω αστράφτει και βροντάει κι εγώ θέλω να εξαφανιστώ, να μη βλέπω, να μην ακούω, να μην αισθάνομαι.

Ένα αναμενόμενο ''αντίο'' κι ένα mail έκπληξη. Τρυφερό και κάπως, πως να το πω.. μαλαγανιάρικο.. βρε άμα θέλει ο άνθρωπος !
Άνοιγμα ψυχής. Ελάχιστο αλλά εμφανές! Ευχές γιά ταξίδι ξάστερο. Πεταχτό φιλί στο μάγουλο, δέρμα ζεστό, σχεδόν καφτό.

Πλένω τα ποτήρια μου, πλάι στο παράθυρο έχοντας στα αυτιά μου μουσική. Με λούζει το φως από την ένωση δυό θυμωμένων σύννεφων στον ουρανό. Η βροχή με βρίσκει τρυπώνοντας από όλα τα ανοιχτά σημεία.

Δένω στον καρπό μου βραχιόλι καλοκαιρινό. Διάθεση αναμονής, επιμονής κι απόστασης. Στέκομαι μακριά, κι αποκτώ υπόσταση, όταν πλησιάζω δημιουργώ συναισθήματα πίεσης.

Κάθε που συνηθίζω το καλοκαίρι, μου φεύγει, γιά αυτό αύριο θα δώσω ένα μεγάααλο φιλί στον εαυτό μου, να τόοοσο μεγάααλο σου λέω.
Αρκεί να έχει σταματήσει η βροχή !

η φωτό είναι του φίλου μου Δ.Δρανίδη

Monday, August 10, 2009

σχεδόν απόλυτη

Mια σιωπή γκρι. Σχεδόν απόλυτη. Σχεδόν σιωπή.

Κλέβω εικόνες με λυπημένα πρόσωπα και τα οικειοποιούμαι. Μετά, τα ίδια πρόσωπα έρχονται εφιάλτες στις μέρες μου και μου ζητούν τα δικαιώματα.
Στο διαδίκτυο είναι όλα, ολονών.
Προσωπικά καθόλου δεν θα με ενοχλούσε να δω σε ξένους τόπους την φωτογραφία μου με ένα όμορφο κείμενο από κάτω.

Ακόμη και στα πιό ασήμαντα, παίζει ρόλο ο τρόπος. Το ''πως'' και όχι το ''τι''. Είναι θέμα επιπέδου βρε παιδί μου.
Με το ''πως'' παιδεύομαι ακόμη. Το ''τι'' αλλάζει καθημερινά.
Μαλαγανιά.

Οι διακοπές είναι ένα πακέτο, που ή το ξετυλίγεις αργά και μένεις κρατώντας την κορδέλλα στο χέρι, ή από την πρώτη στιγμή παίζεις στα δάχτυλα το περιεχόμενο και περνάς καλά.
Ευελιξία.

Είδα την κίνηση ενοχλημένου κοριτσιού, κατα την διάρκεια μιάς ωραίας ταινίας σε θερινό σινεμά, κι έσβησα το μισό τσιγάρο μου. Συγκρατήθηκα όταν το ίδιο κορίτσι κατάπινε τσίκι τσίκι τα μαύρα σπόρια του μέσα στα ευαίσθητα αυτιά μου.
Μαύρος καπνός και τσιγαρομυρωδιές πίσω μου..


Σου δίνω ένα φιλί, κάτω από τη μασχάλη και σου υπενθυμίζω πως το διαδίκτυο δεν περιέχει μοναξιά.
Επιλεκτικούς ανθρώπους μόνο, ενίοτε με ιδιαίτερο τουπέ στην μούρη.!

Friday, August 07, 2009

μελαγχολία

Σήμερα η μέρα έχει βαρύ εκτόπισμα. Μύτη αστεία και μάτια γεμάτα βροχή.
Χρειάζομαι μουσική. ''The piano''..

Είπα να γράψω μα αντί αυτού σβήνω.
Φωνή δε βγαίνει πιά, μήτε τα σύμφωνα, μήτε τα φωνήεντα.

Αποχωρισμοί και ''τοκ τοκ'', αδιαφορία.
Ατυχή σκηνικά.

Φεύγω..
Αλλά βρίσκομαι πάντα δίπλα σου.
Είμαι αυτό το ψυχρό αεράκι που σε χαιδεύει την ώρα που παραδίδεις σώμα και ψυχή στον ύπνο.

s.

Wednesday, August 05, 2009

mojito

Ψιλόβροχο. Γιά δευτερόλεπτα μόνο σα να με κορόιδεψε. Ο ήλιος κρυμμένος από το πρωί, η ζέστη αφόρητη.

Χθες βράδυ ήταν υπέροχα. Ένα φεγγάρι σχεδόν γεμάτο σκέτη πρόκληση. Γιά παρεούλα και ποτό. Γιά μεξικάνικο κοκτέιλ.

Γιά να φτιάξω mojito που λέτε, θα πρέπει να έχω αγοράσει οπωσδήποτε αυτά τα μικρά στρογγυλοπράσινα λεμονάκια που αυτοαποκαλούνται lime. Τα βρίσκω σχεδόν παντού, από κάποια σούπερ μάρκετ ή εξειδικευμένα μαγαζιά στο κέντρο. Παίρνω αρκετά και τα κρατάω στο ψυγείο μου.
Πλένω καλά εξωτερικά το lime, το κόβω στη μέση και κρατώ μόνο το ένα μισό το οποίο το χωρίζω στα τέσσερα. Το ρίχνω σ ένα ψηλό ποτήρι, έτσι χορταίνει καλύτερα το μάτι μου.
Κόβω τρεις - τέσσερις κορφές δυόσμο που έχω σε γλάστρες στη βεράντα, τις ψιλοπλένω και τις ρίχνω κι αυτές στο ποτήρι.
Προσθέτω δυο κουταλάκια του γλυκού μαύρη ζάχαρη και όλα αυτά τα υλικά τα ζουπάω με το πίσω μέρος μιάς ξύλινης κουτάλας.
Μμμμ.. μυρίζει υπέροχα!!!
Προσθέτω 50 γρ. Bacardi, πάγο αρκετό και γεμίζω, όχι απαραίτητα ως επάνω με σόδα. Ναι απλή σόδα, ή αλλοιώς σουρωτή.
Καλαμάκια σε δυό διαφορετικά χρώματα..

Και..
Στην υγειά μας.. :-)

Tuesday, August 04, 2009

άμμος

Πριν λίγο καιρό, αγόρασα όλα τα υλικά κι έφτιαξα μοχίτο, η γλάστρα με τον δυόσμο είναι ακόμη στο μπαλκόνι μου, στα μπαρ όλο και πιό πολύ απλοποιούνται τα ποτά και νερώνουν.

Σήμερα αποφάσισα να αγοράσω ένα θερμός. Καλύτερα να μασάς το καλαμάκι στις παραλίες παρά να παιδεύεσαι μ ένα πλαστικό ποτηράκι καφέ. Την επόμενη φορά, μαζί με το τσιγάρο, θα έχεις και νόστιμο freddo από τα δικά μου χέρια.

Η πρωινή θάλασσα μου γελούσε πίσω από το κορίτσι με το copertone. Πασαλειβόμουν αντιηλιακό όταν κατάλαβα πως έχω τρία σημάδια διαφορετικού χρώματος στους ώμους μου.
Ζήτησα βοήθεια από τον Χόλμς, δίπλωσα την γωνία της σελίδας γιά την επιστροφή και μπήκα μέσα. Χιλιάδες μικροσκοπικά ψάρια άρχισαν να γλύφουν τους αστραγάλους μου.
Εξάντλησα όλα τα κόλπα που γνωρίζω αλλά εσύ μου έδειχνες το κορίτσι απέναντι που έκανε το κολύμπι του σκύλου.

Κάτι παιδάκια έφτιαχναν χωμάτινους πύργους κι εγώ κουβάλησα άμμο ίσα με πέντε κιλά κρυμμένη παντού. Το κατάλαβα μόνο όταν βούλωσε το σιφόν της μπανιέρας. Την άφησα να φύγει μαζί με όλα τα όνειρα. Άλλοι καιροί.

Γελάς..
Περπατάω στο σπίτι κι αφήνω αλμυρά ίχνη παντού...

Sunday, August 02, 2009

η καμπούρα

Πιάσε ένα παραμύθι..

Μιά φορά κι ένα καιρό που λες, ήταν ένας έμπορος, που πουλούσε καμπούρες. Δύσκολο εμπόρευμα, μα ήταν έξυπνος, τις τύλιγε με ψέμματα, και σ όποιον έκανε τον δύσκολο τις έδινε μισοτιμής.

Όλη μέρα ήταν στο σεργιάνι..

''Εδώωωω οι καλές καμπούρεςςςςςς φώναζε.. εδώωωω το καλό εμπόρευμα.. ααα..''

Η Μαρίνα, ήταν ένα κορίτσι τόσο απλό που άλλο δε γινόταν. Ευχαριστιόταν με το παραμικρό και δεν ήθελε άλλο από όσο ακουμπούσαν τα μικροσκοπικά ποδαράκια της. Όχι πως δεν ήταν ιδιότροπο, ούτε πως δεν εντυπωσιαζόταν εύκολα. Αλλά να.. ως εκεί.

Εκείνη την μέρα, γιά καλή τύχη του ενός και γιά κακή του άλλου, ο έμπορος και το κορίτσι συναντήθηκαν. Η Μαρίνα φύτευε κάτι καινούργιες ρίζες στον κήπο της σιγοψιθυρίζοντας ένα τραγούδι, κι ο έμπορος, περνώντας από εκεί, κοίταξε μέσα από τον φράχτη.

''Εύκολη λεία'' σκέφτηκε κι άστραψαν τα παμπόνηρα μάτια του.

''Εεεε όμορφο κορίτσιιιι'' της φώναξε κι αυτή γύρισε μ ένα χαμόγελο, σαν του ήλιου και πιό δυνατό. ''Καλημέρα σας'' είπε και έσκυψε ξανά στα λουλούδια της.

''Κοίτα κοπέλλα μου τι πλουμιστή πραμάτεια που έχω''.

Το κορίτσι εύκολα τον πλησίασε κι ο έμπορος έτριψε τα μουστάκια του. Έβγαλε από τον σάκκο μιά καμπούρα και της την έδειξε. ''Τι είναι αυτό;'' ρώτησε το κορίτσι μη πιστεύοντας στα μάτια του. ''Με τι σου μοιάζει;'' ρώτησε φιλάρεσκα ο έμπορος, και το κορίτσι ήταν έτοιμο να πει ''σαν καμπούρα μου φαίνεται'', αλλά μη θέλοντας να τον πληγώσει ρώτησε μόνο.. ''σε τι χρησιμεύει;''

Ήταν σα να άναψε πράσινο στις σκέψεις του έμπορου. ''Χρησιμεύει στο να σε κάνει πιό όμορφη, πιό καλή, πιό καλλιεργημένη'' είπε κι έσκυψε το κεφάλι.

Το κορίτσι είχε μάθει πως οι άνθρωποι που λένε ψέμματα, δε σε κοιτούν ποτέ ευθεία στα μάτια, αλλά έκανε πως δε το θυμόταν.

''Αλήθεια; θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο;'' ρώτησε.

''Κυρίως καλύτερο άνθρωπο'' είπε ο έμπορος ξύνοντας το πηγούνι του. ''Θα σε κάνει να νοιώθεις τα πάντα με μεγάλη ένταση.'' '' Τις μυρωδιές, τα χρώματα, τους ανθρώπους, τη θάλασσα, τις γεύσεις, τους ήχους..''

Το κορίτσι, πήρε μιά μεγάααλη καμπούρα στα χέρια του κι άρχισε εκστασιασμένο να την χαιδεύει. Ήταν άσχημη και τραχιά, αλλά την πέρασε γύρω από την πλάτη της. Ήταν βαριά σα πέτρα, διαμαρτυρήθηκε στον έμπορο, μα αυτός της είπε γελώντας ''βαριά, ναι μα αυτό είναι το κυριότερο συστατικό που θα κάνει την διαφορά.''

Και το κορίτσι που ενδιαφερόταν πάντα γιά το καλύτερο, την αγόρασε. Χρήματα δεν είχε όσα ζήτησε ο έμπορος, αλλά την αντάλλαξε μ ένα σπάνιο νόμισμα που βρισκόταν καιρό πεταμένο στο συρτάρι του σπιτιού.

Αυτός πάλι, έκρυψε το νόμισμα βαθιά στην τσέπη του, αλλά δεν έδειξε τίποτα στο κορίτσι από τις αληθινές του σκέψεις που δεν ήταν παρά πόσο θα μπορούσε να το μοσχοπουλήσει σε κάποιο συλλέκτη. ''Θα επιστρέψω σε μιά βδομάδα να μου δώσεις και τα υπόλοιπα'' της είπε κι έφυγε γελώντας μέσα του.

Το κορίτσι άρχισε να φοράει το νέο του απόκτημα, αρχικά κάποιες ώρες της ημέρας, αργότερα και κάποιες ώρες της νύχτας.

Ήταν υπέροχο το συναίσθημα. Περπατούσε στο δρόμο και χαμογελούσε. Το πρόσωπο της είχε ομορφήνει πολύ. Όλα ήταν πολύ πιό έντονα τώρα πιά. Τα χρώματα γύρω της, τα συναισθήματα, ο έρωτας. Είχε αποκτήσει ένα πάθος που το ονόμασε ''ζωή''. Έλεγε ''αυτό ονειρευόμουν πάντα στην ζωή μου'' κι ένοιωθε ευτυχισμένη. Ας είναι καλά εκείνος ο έμπορος σκεφτόταν. Να που ακόμη υπάρχουν ''άνθρωποι'' που σε πλησιάζουν γιά το καλό σου.

Ένα πρωινό όμως, ξύπνησε με άσχημη διάθεση. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε κάτι μεγάααλους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της. Τα γόνατα της ήταν αδύναμα, σχεδόν δε μπορούσαν να κρατήσουν το σώμα της. Τα μαλλιά της ήταν άσχημα και τα χέρια της τραχιά. Και το κυριότερο; Έφτιαχνε το φαγάκι της και όσο κι αν παίδευε την μυτούλα της δε μπορύσε πιά να νοιώσει την μυρωδιά.

Μέρα με τη μέρα χειροτέρευε. Η καμπούρα γινόταν όλο και πιό βαριά. Άρχισε να ψάχνει ειδικούς που να την κάνουν καλά. Η απάντηση από εκατό μεριές ήταν η ίδια. Πρέπει να πετάξεις αυτή την καμπούρα από πάνω σου.

''Μα πως;'' αναρωτιόταν το κορίτσι, ''πως να την βγάλω τώρα πιά που έχει γίνει ένα με το κορμί μου;''

'Ετρεξε να βρει τον έμπορο. Γυρνούσε αριστερά και δεξιά. Ρωτούσε. Μάταια. Άλλος της είπε πως έχει πεθάνει, άλλος πως ήταν βαριά άρρωστος, άλλος πως αυτό το πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ. Κάποια μέρα, σωστό ράκος πιά, έφτασε στο σπίτι μιάς γριάς μάγισσας. Δεν πρόλαβε να χτυπήσει την πόρτα, και σωριάστηκε στο πεζούλι.

Η μάγισσα την μάζεψε, την έβαλε σ ένα κρεββάτι κι άρχισε τα γιατρικά με τα βοτάνια. Μέσα, πόδια βατράχου, κόκκαλα νυχτερίδας, φτερά κουκουβάγιας και τέτοια καλά.

Το κορίτσι συνήλθε και τα είπε όλα.. το και το.. Γιά τον έμπορο, γιά την καμπούρα, γιά όλα τα συναισθήματα, γιά την αλλαγή..

Η μάγισσα έπεσε σε μεγάλη σκέψη. Δύσκολη περίπτωση, μα το λυπήθηκε το φουκαριάρικο το κορίτσι.

Μετά από δύο πρωινά, της λέει ''άκου τι θα κάνεις'', ''θα πας σ εκείνη την κοφτερή πέτρα, και της δείχνει σ ένα παλιό τσαλακωμένο χάρτη, και κάθε βράδυ, μόλις το φεγγάρι κρυφτεί κάτω από ένα κόκκινο σύννεφο, θα πέσεις επάνω της και θα αρχίσεις να τρίβεις την καμπούρα σου στην κόψη της. Όμως, κούνησε το δάχτυλό της η μάγισσα, γιά 3 μέρες και 3 νύχτες δεν πρέπει ούτε να βάλεις μπουκιά στο στόμα σου, ούτε σταγόνα στο λαιμό σου.''

''Εντάξει;''.. ''εντάξει'' της απάντησε κι έφυγε. Σε όλο το δρόμο ήταν πολύ σκεπτική. Πως να αποχωριζόταν τον ίδιο της τον εαυτό, το ίδιο της το δέρμα;

Έκανε με το νι και με το σίγμα, ότι της είπε η μάγισσα κι ακόμη παραπάνω. ΄'Βρήκε την πέτρα εύκολα μα το πιό δύσκολο ήταν να πέσει επάνω και να τρίβει την καμπούρα. Σα να έβγαινε η ψυχή της. Σα να έδινε το ίδιο της το σώμα κι όχι ένα ξένο κομμάτι. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες από την μιά στράγγιζε δάκρυα κι από την άλλη έπρεπε να φανεί δυνατή.

Το τέταρτο όμως πρωινό, μια υπέροχη μέρα ξημέρωνε.

Όλα ήταν εκπληκτικά όμορφα.. όλα.. κι αυτή επιτέλους ελαφριά. Τίποτα δεν την ενοχλούσε πιά τίποτα.

Είδε δίπλα της μιά λιμνούλα. Έπλυνε το πρόσωπό της. Καθρεφτίστηκε κι ήταν ένας άγγελος.

Τα πόδια της δεν την πονούσαν. Μύριζε την φύση κι άκουγε τα πουλιά να κελαηδούν.

Κίνησε χαρούμενη γιά το σπίτι της μάγισσας. Πουθενά. ''Θα ήταν όνειρο'' σκέφτηκε.. Περπατούσε, μιλούσε και γελούσε μονάχη και δε το πίστευε. ''Είναι δυνατόν να ήταν τόσο εύκολο;'' σκεφτόταν. ''Που ήμουν τόσο καιρό;''

Με τα πολλά, έφτασε στο σπιτάκι της. Ο κήπος της ήταν γεμάτος τριαντάφυλλα.

Μιά λαχταριστή μυρωδιά φαγητού ερχόταν από κάπου απροσδιόριστα. Άναψε την φωτιά κι έβαλε το λάδι να κάψει. Πόσο πολύ πεινούσε..

Friday, July 31, 2009

κι εδώ κι εκεί

Eίμαι κι εδώ κι εκεί..
Το ''εκεί'' είναι ένα σπίτι φωτεινό, γεμάτο χρώματα. Στο ''εδώ'' επικρατεί το απόλυτο μαύρο.
Κλειδώνω πίσω μου το φως και μπαίνω στο σκοτάδι. Γωνιές μελαγχολικές αλλά δροσερές. Το απόλυτο ''εγώ''. Ανάγκη. Απλή συναισθηματική ανάγκη.

Στο ''εδώ'' βάζω ακουστικά και φέρνω μέσα μου όσους ήχους απόμειναν μετά την δική σου ''λεηλασία''. Αφήνομαι στην υπόσχεση της επιστροφής των λαφύρων.
''The Piano''. Aκούω την μουσική. Θυμάμαι την ταινία. Κάθε τι πιά, έρχεται κι ακουμπάει επάνω μου το ''τότε''. Πως ήμουν, ποιά ήμουν κι όλα αυτά τα απαίσια υπαρξιακά που υπάρχουν μόνο γιά να σου γαμούν το μυαλό.

Το ''τώρα'', έχει γεύση θάλασσας, ήχο κύματος, χάδι αέρα, εικόνα νησιού, και την κίνηση μιάς φούξια μπουκαμβίλιας ερωτευμένης με τον ολόλευκο τοίχο πίσω από το κορμί και τα φύλλα της.
Το ''τώρα'', έχει σχήμα ακρογιαλιάς και χρώμα μπλε. Από εκείνο το λαμπερό που κρεμούν στα μωρουδιακά ζιπούνια ως το λουλακί εκείνου του φτηνού χαρτιού που ντύναμε παιδιά τα τετράδια.
Στη γλώσσα μου μιά σταγόνα πλωμάρι.
Η καρέκλα κάτω μου σε σκληρό ψαθί και το φόρεμα να παίρνει την κάψα από το σώμα.
Κύμα κι αέρας κι ένας τρελλός χορός.


Μνήμες.
Μνήμες ξανά.

εξ ανάγκης

  Χθες βράδυ,  κατάφερα και κοιμήθηκα νωρίς και σήμερα στις 7.30 το πρωί,  μέτρησα 9 ολόκληρες ώρες σχεδόν χωρίς διακοπή ύπνου και σκέφτηκα ...