Σ' αυτό το σπίτι, μαζευόμαστε τα μεσημέρια για φαγητό. Πάντα Αύγουστος. Ένα τεράστιο ξύλινο τραπέζι, κεραμικά σερβίτσια και κεντημένες πετσέτες, λινές, στο χρώμα της θάλασσας. Το αλάτι, από το πρωινό μπάνιο, είναι ακόμη στο σώμα μας. Μου δίνεις μια φέτα φρυγανισμένο, ζυμωτό ψωμί. Κόβω ένα κομμάτι και συμπληρώνω μια γενναία μπουκιά λευκό τυρί. Την τοποθετώ στο στόμα σου, πιάνεις το δάχτυλο μου με τα δόντια σου και το φυλάς, μετά γεύεσαι το τυρί και το ψωμί φιλάρεσκα, το ξέρεις πως είσαι όμορφος στην κάθε σου στιγμή κι αυτό σου δημιουργεί μια τόση δα έπαρση αρκετή για να με κάνει να ζηλέψω, για λίγο όμως, γιατί αμέσως μου χαμογελάς πλατιά και σου ζητάω να βάλεις στο ποτήρι μου λίγο κρασί. Τσουγκρίζουμε. Και μου λες πόσο σου αρέσει το φόρεμα μου και σου λέω ''μα είναι παμπάλαιο'', ''ωστόσο αγαπημένο'' μου απαντάς. Και αμέσως θυμάμαι και σου λέω ''τότε που'' και ''τότε που'', το καλοκαίρι του 1980, το νησί γεμάτο μέλισσες, η κυρά Μαργαρίτα κι ένα φόρεμα παρόμοιο μ' αυτό σε λευκό μακό με άσπρα κουμπιά από πάνω ως κάτω, το εκκλησάκι, ο ζωγράφος, αλήθεια θυμάσαι τον ζωγράφο που εκείνο το καλοκαίρι τον είχα λυπηθεί γιατί μας έλεγε πως δεν είχε δουλειά και πως πεινούσε και αυτό ήταν η αιτία να καθήσω και να μου κάνει το πορτραίτο;

No comments:
Post a Comment